Τι θα φέρουν οι Γερμανικές εκλογές στην Ελλάδα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 22 Σεπτεμβρίου 2021

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΠΡΩΤΗΣΕΛΙΔΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: , ,

Με το ποσοστό των αναποφάσιστων να παραμένει υψηλό, ακόμη και η εκλογή του Σοσιαλδημοκράτη υποψηφίου στη Γερμανία δεν πρόκειται να αμφισβητήσει το status quo της Ευρωζώνης, όπου η οικονομικής ισχύς του Βερολίνου συμβαδίζει με την απομύζηση των ασθενέστερων εταίρων μέσω της ΕΕ, σχολιάζει ο πολιτικός επιστήμονας, Βαγγέλης Μαρινάκης.
Στον «αστερισμό» των εκλογών βρίσκεται η υφήλιος (Ρωσία, Λίβανος, Καναδάς), ωστόσο τα μάτια όλων τις τελευταίες ημέρες, μετά το οριστικό goodbye της Μέρκελ στην πολιτική, είναι στραμμένα στην «καρδιά» της Ευρωζώνης.
Στη Γερμανία, όπου την Κυριακή οι κάλπες θα αναδείξουν τη νέα κυβέρνηση (ή συγκυβέρνηση;), που θα καθορίσει τα επόμενα χρόνια τη «γραμμή» πάνω στην οποία θα πορευτεί η κουρασμένη και αποδυναμωμένη ευρωπαϊκή ήπειρος, και όπου αίφνης η «ψαλίδα» φαίνεται μάλλον να κλείνει επικίνδυνα μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ενδέχεται να οδεύουμε σε ένα πολιτικό θρίλερ καθώς σύμφωνα με δημοσκόπηση από το ινστιτούτο «Insa» για λογαριασμό της εφημερίδας BILD, η Χριστιανική Ένωση (CDU- CSU), που γενικώς ήταν σε κατακόρυφη κατιούσα (γεγονός για το οποίο έσπευσε την ύστατη ώρα να ψέξει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε την Άνγκελα Μέρκελ και τις πολιτικές της), πήρε λίγο τα πάνω της, με ποσοστό 22%, διατηρώντας ωστόσο οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) την οριακή πρωτοκαθεδρία, με ποσοστό 25%.
Πόσο πιθανή είναι μια ανατροπή στις εκλογές στη Γερμανία;
Είναι αρκετές οι τρεις μονάδες για να αναλάβει την επόμενη βδομάδα καγκελάριος ο Σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς; Ποια θα ήταν η πραγματική ανατροπή την 26η Σεπτεμβρίου; Και τι έχει η Ελλάδα να προσδοκά σε περίπτωση εκλογής των Σοσιαλδημοκρατών;
«Αν λάβουμε υπόψιν τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, υπάρχει σε αριθμητικό επίπεδο το περιθώριο ανατροπών, αφού οι διαφορές που χωρίζουν το σταθερά πρώτο SPD με την συντηρητική συμμαχία CDU/CSU και τους Πράσινους δεν είναι απαγορευτικές» σχολιάζει ο πολιτικός επιστήμονας και συνεργάτης του Κύκλου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Αναλύσεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, Βαγγέλης Μαρινάκης.
«Πρόκειται όμως για ένα σενάριο που δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες» προσθέτει. «Αρχικά, παρότι το ποσοστό των αναποφάσιστων είναι μεγάλο για τα γερμανικά δεδομένα, οι αναποφάσιστοι αυτών των εκλογών συναρτούν την τελική τους προτίμηση με το πρόσωπο του καγκελάριου, ένα πεδίο όπου ο Σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς διατηρεί ξεκάθαρο προβάδισμα. Και θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πως συνήθως οι αναποφάσιστοι ψηφίζουν κόμματα που προηγούνται στις δημοσκοπήσεις, πράγμα που ευνοεί το SPD το οποίο έχει αέρα νικητή αυτή την περίοδο».


«Επιπλέον, η κουβέντα τις τελευταίες δύο εβδομάδες περιστρέφεται γύρω από τη σύνθεση της κυβέρνησης, στο τι θα γίνει μετά τις εκλογές, δημιουργώντας την αίσθηση ότι το ποιος είναι πρώτος έχει κριθεί κι η προεκλογική περίοδος έχει ήδη λήξει. Αυτό οφείλεται αφενός στο ότι έχει παγιωθεί μια διαφορά υπέρ του SPD και του υποψήφιου καγκελαρίου του, αφετέρου στο ότι η συμμαχία CDU/CSU έχει κλονιστεί. Για τα υπόλοιπα κόμματα φαίνεται πως έχουν “κλειδώσει” τα εκλογικά τους όρια και δεν αναμένονται εκπλήξεις» επισημαίνει ο κ. Μαρινάκης, συμπεραίνοντας:
«Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, να μην περιμένουμε κάποια ανατροπή ως τις εκλογές της Κυριακής. Αν δούμε βέβαια το γερμανικό πολιτικό σύστημα μακροσκοπικά και σε βάθος 20ετίας το γεγονός της επανάκαμψης του SPD και το ενδεχόμενο η Αριστερά να συμμετάσχει στην κυβέρνηση συνιστά ήδη μια ανατροπή».
Ο γρίφος σχηματισμού κυβέρνησης με συμμετοχή της Αριστεράς
– Πόσο πιθανό είναι όντως να μετάσχει η Αριστερά στην κυβέρνηση, κύριε Μαρινάκη;
Το ερώτημα είναι αν θέλει, με την έννοια του τι και πόσα είναι διατεθειμένη να θυσιάσει από το πολιτικό της πρόγραμμα προς όφελος μιας κυβερνητικής συνεργασίας με τους Πράσινους και το SPD και με τι όρους θα αποφασίσει μπει στην όλη διαπραγμάτευση.
Από τη μια πλευρά, το γεγονός ότι σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της γερμανικής τηλεόρασης, το 60% των ερωτηθέντων δεν θεωρεί ότι ο Σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος πρέπει εκ των προτέρων να αποκλείσει τη σύμπραξη με την Αριστερά, δείχνει πως τα παλιά «ταμπού» έχουν απολέσει την ισχύ τους. Εξάλλου η αριστερή πλευρά του SPD, το τμήμα του κόμματος που συνδέεται με τον κόσμο των συνδικάτων παραδοσιακά, έχει εκφράσει την προτίμηση σε έναν συνασπισμό της ευρύτερης Αριστεράς, ασκώντας αρκετή πίεση στον Σολτς να τους προτιμήσει έναντι των εμμονικά νεοφιλελεύθερων του Φιλελεύθερου Κόμματος (FDP).
Από την άλλη πλευρά, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Αριστεράς και η μια εκ των δύο επικεφαλής του κόμματος δήλωσαν πριν λίγες ημέρες πως «το ΝΑΤΟ δεν είναι εμπόδιο για συνασπισμό με SPD και Πράσινους» και διευκρίνισαν πως μιλούν για μια «νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας» μακροπρόθεσμα και όχι την μονομερή αποχώρηση της Γερμανίας από το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο.
Επομένως, θα λέγαμε πως οι προϋποθέσεις υφίστανται. Από εκεί και πέρα στην περίπτωση του λεγόμενου συνασπισμού «R2G» είναι ένα ερώτημα σε τι μπορούν να συμφωνήσουν οι τρείς εταίροι, πόσο είναι έτοιμο κάθε κόμμα για επιμέρους υποχωρήσεις και πώς μπορούν να πετύχουν μια συμφωνία που δεν θα προκαλεί εσωκομματική εξέγερση, αφού την όποια συμφωνία πρέπει να εγκρίνουν τα μέλη των παρατάξεων.
Σε ό,τι αφορά την οικονομία σίγουρα βοηθά πως το όνομα του Σολτς έχει συνδεθεί με το Ταμείο Ανάκαμψης, ό,τι καλύτερο μπόρεσε να παράξει η ΕΕ ως χρηματοδοτικό εργαλείο, παρά τα μειονεκτήματά του. Και είναι θετικό σε επίπεδο οικονομικού μοντέλου, αναπτυξιακού υποδείγματος πως το SPD μιλά ανοικτά για αύξηση των φόρων, αύξηση του κατώτατου μισθού και ενίσχυση των προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας.
Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Σολτς δεν έχει δείξει καμία διάθεση να αμφισβητήσει το status quo της Ευρωζώνης, όπου η οικονομικής ισχύς του Βερολίνου συμβαδίζει με την απομύζηση των ασθενέστερων εταίρων μέσω της ΕΕ. Σε περίπτωση δε συγκυβέρνησης με τους φανατικούς οπαδούς της δημοσιονομικής πειθαρχίας Φιλελεύθερους, η το ταχύτερο δυνατή επιστροφή στις νόρμες του Συμφώνου Σταθερότητας θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη, υπό το βάρος της πίεσης και άλλων κυβερνήσεων της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης (όπως τα μέλη της Νέας Χανσεατικής Ένωσης).
– Ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων και επανορθώσεων προς την Ελλάδα για τα εγκλήματα που έγιναν στο διάστημα της ναζιστικής Κατοχής και των παράνομων κατοχικών δανείων που συνάφθηκαν, έχουμε κάτι να περιμένουμε με τον Σολτς;
Ως προς το ζήτημα αυτό είναι παρήγορο ότι Πράσινοι και Αριστερά ήταν τα κόμματα που έθεσαν ενώπιον της Μπούντεστανγκ το θέμα, αλλά και πάλι η αριθμητική δεν μας βοηθά, αφού όλα τα άλλα κόμματα είναι απολύτως αρνητικά σε οποιοδήποτε αποζημίωση. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε ασφαλώς να χρησιμοποιήσουμε τη στάση ενός ή των δύο εταίρων ως επιχείρημα, ώστε να προβληθούν οι δικές μας αξιώσεις, αλλά δεν πρέπει να περιμένουμε εντυπωσιακές αλλαγές.
Συμπερασματικά, θα έλεγα πως μια κυβέρνηση Σολτς μας εξυπηρετεί στον βαθμό που ο ελληνικός πολιτικός κόσμος είναι πρόθυμος και ικανός να αξιοποιήσει τα θετικά στοιχεία της. Χωρίς όμως να προσδοκεί ότι ο Σολτς θα φέρει κάποιους είδους ριζική ανατροπή στο modus vivendi της ΕΕ προς όφελος μας. Ανάλογες ελπίδες καλλιεργήθηκαν να θυμίσω και επί προεδρίας Ολάντ, για να διαψευστούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Πηγή Sputniknews.gr