Πώς φαντάζονταν την Ελλάδα του 2021 οι ερευνητές το 2005

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 25 Ιουλίου 2021

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΕΛΛΑΔΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: , ,

Πώς φαντάζονταν την Ελλάδα του 2021 οι ερευνητές το 2005; Τον Μάρτιο του 2005 η Ελλάδα βιώνει ακόμα την ευφορία των Ολυμπιακών Αγώνων, της κατάκτησης του Euro και της εισόδου στην Ευρωζώνη. Ελάχιστοι γνωρίζουν το «Facebook» και ακόμα λιγότεροι το χρησιμοποιούν. Το Twitter δεν υπάρχει καν. Οι περισσότεροι δεν βλέπουν ούτε στον ορίζοντα τις σκιές της δημοσιονομικής κρίσης του 2009 ή των μαζικών προσφυγικών ροών από το 2015. Σε αυτό το σκηνικό, μία ομάδα ερευνητών, προερχόμενων από την κοινοπραξία τριών πανεπιστημίων και δύο επιχειρήσεων, συντάσσει το 2005 ένα πολυσέλιδο κείμενο, στο πλαίσιο του έργου «Τεχνολογική Προοπτική Διερεύνηση στην Ελλάδα*». Η ομάδα εξετάζει πιθανά σενάρια για το πώς θα είναι η Ελλάδα, η Ευρώπη και ο κόσμος το 2021.
Μιλώντας για προσφυγικές ροές και δημοσιονομική κρίση εν έτει 2005
Οι υποθέσεις που διατυπώνουν εντάσσονται σε πολλά διαφορετικά πιθανά σενάρια, αλλά οι αναφορές σε μερικά από αυτά θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί «χθες»: «Η είσοδος πολλών μεταναστών (…) πολώνει τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς (…) Παρατηρείται ισχυροποίηση ακραίων, ξενοφοβικών τάσεων και ιδεολογιών. Μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πληθυσμού αισθάνονται ανασφάλεια για το μέλλον και ένα μέρος τους στρέφεται εναντίον των προσφύγων. Στο προσκήνιο βρίσκεται η απαρχή τάσεων απομονωτισμού, η παύση της ανοχής του διαφορετικού» γράφουν σε ένα από τα πιθανά σενάρια για την Ευρώπη του 2021, πάνω από 16 χρόνια πριν.
«Στον τομέα της μετανάστευσης από τις χώρες εκτός της ΕΕ, η Ελλάδα υποβοηθείται από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη και εφαρμόζεται συνολική ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης» αναφέρουν σε άλλο σημείο. «Στον τομέα της αγοράς εργασίας (στην Ελλάδα) (…) υπάρχουν εργαζόμενοι που χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες και ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της παραγωγής και εργαζόμενοι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως “τεχνολογικά” αναλφάβητοι» σημειώνουν σε ένα τρίτο σημείο, ενώ αλλού υπάρχει η αναφορά ότι «η αφαίμαξη πόρων και δυναμικού ανταγωνιστικότητας από τον παραγωγικό τομέα της οικονομίας (…) καθώς και το μεγάλο, σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ δημόσιο χρέος, συντείνουν ώστε να εκδηλωθεί σοβαρή δημοσιονομική κρίση» (για την οποία όμως εκτίμησαν ότι θα εκδηλωνόταν το 2006, τρία χρόνια πριν χτυπήσει, όντως, την Ελλάδα). Οι εκτιμήσεις σε άλλα σενάρια, ωστόσο, απέχουν από τη σημερινή πραγματικότητα.
Η δύναμη και η αδυναμία του foresight κι ο αλφαβητισμός για το μέλλον
Σε μία περίοδο που κυβερνήσεις και επιχειρήσεις ανά τον πλανήτη καταρτίζουν σενάρια για το πώς θα είναι ο κόσμος το 2030 ή το 2040, πόσο χρήσιμη είναι τελικά η προοπτική διερεύνηση (foresight) και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί; Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο αναπληρωτής πρόεδρος της Ομάδας Στρατηγικών Προβλέψεων και Προοπτικής Διερεύνησης της ελληνικής κυβέρνησης, δρ Επανεινώνδας Χριστοφιλόπουλος, επισημαίνει: «Το 2005, όταν δημιουργήθηκαν αυτά τα σενάρια, υπήρχε ευφορία για τους Ολυμπιακούς, το Euro και την ένταξη στην Ευρωζώνη το 2000. Κι όμως, σε αυτό το κλίμα απόλυτης ευφορίας, η ομάδα “έσκαψε” βαθιά και κατάφερε να καταλήξει σε μία σειρά από σενάρια με μεγάλο ενδιαφέρον, κάποια από τα οποία -όπως η ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης, η ισχυροποίηση της Κοινωνίας των Πολιτών ή η δυαδικότητα στην αγορά εργασίας- επιβεβαιώθηκαν. Σε άλλα υπήρχαν αδυναμίες (π.χ. παραγνωρίστηκε η έκταση του ρόλου που θα έπαιζε η Κίνα το 2021). Βέβαια, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, η μεγάλη αδυναμία αυτής της δουλειάς ήταν ότι έπασχε στο κομμάτι της επικοινωνίας, ότι δηλαδή τα σενάρια αυτά δεν έφτασαν στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα αυτής της διαχρονικής αδυναμίας του foresight είναι ότι, ενώ κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και πολίτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα σενάρια αυτά ως δύναμη, προκειμένου να αλλάξουν συμπεριφορές και νοοτροπία και να προετοιμαστούν για τις αλλαγές, αυτό δεν συμβαίνει. Οι άνθρωποι και οι οργανισμοί δεν μπορούν να νιώσουν “στο πετσί τους” ότι αυτό που σήμερα μπορεί να ακούγεται εξωπραγματικό, αύριο πιθανώς θα είναι η πραγματικότητα».
Είναι, όμως, εφικτό να δαπανήσει μία κυβέρνηση ή επιχείρηση χρήματα, εν μέσω ιδίως διαδοχικών κρίσεων, για να προετοιμαστεί για ένα σενάριο, που ενδέχεται τελικά να μην επιβεβαιωθεί ποτέ; «Δεν είναι ανάγκη να επενδυθούν μεγάλα ποσά για να είσαι καλύτερα προετοιμασμένος. Αρκεί να εμπεδωθεί η συναίσθηση πως τα σενάρια στρέφονται γύρω από πράγματα που μπορεί να συμβούν και να αλλάξεις τη νοοτροπία, με την οποία προσεγγίζεις το μέλλον. Για αυτό μιλάμε συχνά για την ανάγκη να υπάρξει αλφαβητισμός για το μέλλον, να γίνουμε πιο συνειδητοποιημένοι στον τρόπο που το προσεγγίζουμε. Γιατί γενικά οι άνθρωποι έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε το μέλλον ενστικτωδώς και με στεγανά, που τα ορίζει το ποιοι ειμαστε, ποιες είναι οι εμπειρίες μας και ο συναισθηματικός μας κόσμος. Χρειάζεται, λοιπόν, να μπούμε σε μία διαδικασία συνεχούς εκπαίδευσης πάνω στο πώς σκεφτόμαστε το μέλλον, να σκεφτόμαστε πιο ανοιχτά και ελεύθερα, να δημιουργηθεί στην κοινωνία ένα capacity ανθρώπων που βάζουν το μέλλον στη συζήτηση με δομημένο τρόπο», τονίζει ο δρ Χριστοφιλόπουλος.
Τα τέσσερα μακρο-σενάρια του 2005 για την Ελλάδα του 2021
-Σενάριο 1: «Κήπος». Διαμορφώνεται ισχυρός πόλος ανάπτυξης, αποτελούμενος από υπηρεσίες σχετικές με τουρισμό, πολιτισμό και έρευνα, γύρω από τον οποίο στρέφονται άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Δημιουργούνται υποδομές, βελτιώνονται οι μεταφορές και επικοινωνίες, καθώς και η παροχή υπηρεσιών υγείας. Η προστασία του περιβάλλοντος αποκτά προτεραιότητα. Στο πεδίο της Έρευνας-Τεχνολογίας-Καινοτομίας (Ε-Κ-Τ) δίνεται έμφαση στην αξιοποίηση των εγχώριων φυσικών και αγροτικών πόρων (π.χ. ήπιες πηγές ενέργειας, φυτική παραγωγή), στην πληροφορική, την ποιότητα ζωής και τις κοινωνικές επιστήμες.
-Σενάριο 2: «Δύο Ταχυτήτων». Η χώρα ακολουθεί αναπτυξιακή πορεία δύο ταχυτήτων, με αποτέλεσμα μεγιστοποίηση αντιθέσεων και συνύπαρξη δύο ετερογενών κόσμων. Ο ένας θύλακας έχει διεθνή και εκσυγχρονιστικό χαρακτήρα, πρόσβαση σε πληροφορία και γνώση, και είναι ανοικτός σε επικοινωνία και ανέλιξη. Ο άλλος έχει εθνικό χαρακτήρα, συσπειρώνει άτομα με περιορισμένα προσόντα και ελλιπή πρόσβαση στην πληροφορία και τις σύγχρονες εξελίξεις. Ορισμένοι τομείς παρουσιάζουν μεγάλη πρόοδο σε Ε-Κ-Τ, ενώ άλλοι καθυστερούν σημαντικά.
-Σενάριο 3: «Ανταγωνιστικό – Φιλελεύθερο Μοντέλο». Στην Ελλάδα επικρατούν αρχές φιλελεύθερης οικονομίας, με την αγορά να αποτελεί τον κύριο μηχανισμό λήψης αποφάσεων και παραγωγής – διανομής πλούτου, και τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες να διευρύνονται. Στην Ε-Κ-Τ υιοθετείται το αμερικανικό μοντέλο που βασίζεται σε προσφορά και ζήτηση. Τα ερευνητικά οδρύματα χρηματοδοτούνται από επιχειρήσεις, ενώ το κράτος ενισχύει τις ερευνητικές δραστηριότητες που επιζητεί η αγορά.
-Σενάριο 4: «Αστάθειας – Μείζονος Κινδύνου». Διάφορα γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις μπορεί να οδηγήσουν σε γενικευμένη κινητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας για την αντιμετώπιση καταστροφών, μεγάλων κινδύνων, θεμελιακών προβλημάτων επιβίωσης ή πολιτικοστρατιωτικών απειλών. Σε αυτό το σενάριο, το σύνολο των τομέων και κλάδων (συμπεριλαμβανόμενου εκείνου της Ε-Κ-Τ) προσανατολίζονται κατάλληλα με προτεραιότητα την αντιμετώπιση της μείζονος απειλής.
Αλεξάνδρα Γούτα
*Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Γ’ ΚΠΣ και ανατέθηκε από τη ΓΓΕΤ σΕ κοινοπραξία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, της Logotech ΑΕ και της K-NET AE (η έκθεση των σεναρίων είναι διαθέσιμη εδώ: http://archives.gsrt.gr/Home/ShowMeletes/788).