Πέραν του Μαρτίου η αγορά ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 23 Νοεμβρίου 2021

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: OIKONOMIA, ΕΛΛΑΔΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: , ,

H Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος για την πανδημία (PEPP) και μετά τον Μάρτιο του 2022, δήλωσε η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, σε συνέντευξη που έδωσε στο Bloomberg.
«Η Ελλάδα ωφελείται πολύ από τις αγορές με το PEPP. Μελλοντικά, θα εξακολουθήσει να υπάρχει σημαντική παρουσία στην αγορά με το PEPP λόγω των επανεπενδύσεων. Θα πρέπει να συζητηθεί αν αυτό είναι αρκετό», δήλωσε η Σνάμπελ εν όψει των αποφάσεων που θα πάρει η ΕΚΤ τον Δεκέμβριο για τη νομισματική πολιτική της το 2022.
Η Σνάμπελ διευκρίνισε ότι αυτό που αναμένεται να ολοκληρωθεί τον ερχόμενο Μάρτιο δεν είναι το PEPP, αλλά οι καθαρές ομολόγων της ΕΚΤ μέσω του προγράμματος αυτού (δηλαδή οι νέες αγορές θα αντιστοιχούν στις λήξεις ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της η κεντρική τράπεζα). «Το PEPP δεν θα εξαφανισθεί όταν οι καθαρές αγορές ομολόγων μηδενισθούν. Μερικές φορές ο κόσμος κάνει λόγο για λήξη του PEPP. Το PEPP δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί τον Μάρτιο. Πιθανόν να ισχύσει αυτό για τις καθαρές αγορές, αλλά όχι για το ίδιο το PEPP».
Η Σνάμπελ τόνισε την επιτυχία του PEPP, χάρη στην ευελιξία που είχε όσον αφορά στις αγορές ομολόγων, προσθέτοντας ότι «είναι σημαντικό να διατηρήσουμε κάποια ευελιξία για να αντιμετωπίσουμε ενδεχόμενο κατακερματισμού της αγοράς».
Πάντως, σημείωσε ότι με την πάροδο του χρόνου το όφελος από τις αγορές ομολόγων εξασθενεί και θα πρέπει αυτές να αντικατασταθούν με άλλα μέσα. «Υπάρχουν, από τη μία πλευρά, φθίνουσες αποδόσεις σχετικά με τις αγορές ομολόγων και, από την άλλη πλευρά αυξανόμενες παρενέργειες», είπε, προσθέτοντας: «Για αυτό, τελικά, θα υπάρξει στροφή από τις αγορές ομολόγων προς άλλα μέσα, κυρίως στην καθοδήγηση για τη μελλοντική πολιτική μας».
Αναφορικά με τον πληθωρισμό, η αξιωματούχος της ΕΚΤ σημείωσε ότι οι κίνδυνοι είναι ανοδικοί. «Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο πληθωρισμός θα μειωθεί κάτω από τον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Ωστόσο, οι κίνδυνοι είναι ανοδικοί», τόνισε. «Η αβεβαιότητα όσον αφορά τον ρυθμό και την έκταση της μείωσης (του πληθωρισμού) έχει αυξηθεί και θα πρέπει να τη λάβουμε υπόψη», πρόσθεσε.
Η Σνάμπελ υποβάθμισε τον κίνδυνο για την ανάκαμψη της Ευρωζώνης λόγω της νέας έξαρσης του κορονοϊού και των περιοριστικών μέτρων που παίρνουν ορισμένες χώρες, λέγοντας ότι αυτά μόνο βραχυπρόθεσμα θα επιβραδύνουν την πορεία της, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών.