Ο Ερντογάν προετοιμάζεται για θρησκευτικό πόλεμο με την Ευρώπη και ιδού οι ευθύνες της ΕΕ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 27 Οκτωβρίου 2020

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΔΙΕΘΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: , ,

Οι δηλώσεις του Πρόεδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, περί «ευρωπαϊκού φασισμού» και η συμβουλή του προς τον Εμανουέλ Μακρόν να κάνει ψυχοθεραπεία ήταν πολύ σκληρές. Σε απάντηση, το Παρίσι ανακάλεσε αμέσως τον Γάλλο πρέσβη στην Αγκυρα. Το Βερολίνο, το οποίο επίσης βρέθηκε στο στόχαστρο του Τούρκου Πρόεδρου, δεν έχει ακόμη αντιδράσει.
Το μήλον της Εριδος εντοπίζεται στη σύγκρουση των δύο δυνάμεων.
Από τη μία πλευρά, οι ευρωπαϊκές Αρχές συνειδητοποίησαν επιτέλους την απειλή που δημιουργεί ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, τον οποίο βοήθησαν να αναπτυχθεί δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες επί σειρά ετών. Σε αυτές τις χώρες -και πρώτα απ’ όλα στη Γαλλία- η καταπολέμηση του επικίνδυνου φαινομένου προχωρά γρήγορα. Κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία και την αποτελεσματικότητα της επιλεγμένης τακτικής, αλλά πρόκειται για μάλλον σκληρές μεθόδους λαμβάνοντας υπόψη τα πρότυπα του σύγχρονου Δυτικού κόσμου.
Από την άλλη πλευρά, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αυτοπροβάλλεται παγκοσμίως ως προστάτης όλων των μουσουλμάνων του πλανήτη και ερμηνεύει τις τωρινές πράξεις της Ευρώπης ως πόλεμο ενάντια στο Ισλάμ.
Η κρίση στις ευρωτουρκικές σχέσεις σε αυτό το πλαίσιο έχει δημιουργηθεί εδώ και πολύ καιρό, αλλά τον φετινό Οκτώβριο η κατάσταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα.
Στις αρχές του μήνα ο Εμανουέλ Μακρόν σε μια συγκλονιστική ομιλία κατήγγειλε την «γκετοποίηση» της Γαλλίας και τον «ισλαμιστικό αυτονομισμό». Δήλωσε ότι η χώρα έχει ανάγκη από το «μορφωμένο Ισλάμ» και παρουσίασε ένα πρόγραμμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δύο εβδομάδες αργότερα, η Ευρώπη σοκαρίστηκε από τη βάναυση δολοφονία ενός Γάλλου δασκάλου που παρουσίασε στους μαθητές του κάποιες καρικατούρες του Προφήτη Μωάμεθ κατά τη διάρκεια του μαθήματος και η αντίδραση των Αρχών ήταν άμεση.
Η απέλαση 231 φερόμενων εξτρεμιστών βρίσκεται σε εξέλιξη. Μια οικογένεια από τη Βοσνία που χρησιμοποίησε βία κατά της «κόρης και της ανιψιάς» επειδή το κορίτσι είχε σχέση με έναν νεαρό Χριστιανό έχει ήδη απελαθεί. Το δε κορίτσι του οποίου του ξύρισαν το κεφάλι και κακοποιήθηκε από τους συγγενείς της, παρέμεινε στη Γαλλία υπό τη φροντίδα των κοινωνικών υπηρεσιών και, όταν θα γίνει ενήλικο, θα πάρει άδεια παραμονής. Το Υπουργείο Εσωτερικών της χώρας έχει σκοπό να επιτύχει τη διάλυση ορισμένων μουσουλμανικών οργανώσεων, ενώ ο αρμόδιος υπουργός, Ζεράλντ Νταρμανέν, τους χαρακτήρισε ως «εχθρούς της Γαλλικής Δημοκρατίας».
Στο μεταξύ στο Βερολίνο, στο τζαμί Μεβλάνα, την περασμένη Τετάρτη κατά τη διάρκεια της προσευχής, πραγματοποιήθηκε επιχείρηση της αστυνομίας στην οποία συμμετείχαν 150 αξιωματούχοι. Ο λόγος της επιχείρησης ήταν οι υποψίες όχι για εξτρεμισμό, αλλά για απάτη. Σύμφωνα με την αστυνομία, τρεις εκπρόσωποι του τζαμιού χωρίς νομικούς λόγους είχαν υποβάλει αίτηση για βοήθεια στο πλαίσιο των επιδοτήσεων της κυβέρνησης για την ανακούφιση όσων επηρεάζονται από την πανδημία του κορονοϊού.
Ενα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός ήταν η άρνηση του δικαστηρίου να χορηγήσει γερμανική ιθαγένεια σε έναν μουσουλμάνο που ζει στη Γερμανία επί σχεδόν 20 χρόνια, επειδή δεν έσφιξε το χέρι της υπαλλήλου που διοργάνωσε την τελετή επίδοσης των πιστοποιητικών ιθαγένειας.
Εξαιτίας, λοιπόν, όλων των παραπάνω γεγονότων, ο Ερντογάν κατηγορεί την Ευρώπη ότι «άνοιξε μέτωπο εναντίον των μουσουλμάνων» και προέβλεψε το γρήγορο τέλος της. Εικάζεται ότι θα συμφωνήσουν μαζί του περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι θα ήθελαν ο Μακρόν και άλλοι ηγέτες στην ΕΕ.
Τα μέτρα όμως που φαίνεται να λαμβάνει η Ευρώπη ίσως θα απορριφθούν όχι μόνο από τους εκπροσώπους του Ισλάμ. Για παράδειγμα, η επιχείρηση της αστυνομίας σε τζαμί κατά τη διάρκεια προσευχής φαίνεται να είναι ένα κάπως περιττό μέτρο. Και ποιος δεν έχει αναφέρει την καλοπροαίρετη βλακεία της γαλλικής πολιτικής, η οποία περιμένει αλήθεια να επιτύχει την ένταξη των μουσουλμάνων παρουσιάζοντας προσβλητικές για τους πιστούς γελοιογραφίες;
Ολα αυτά θα μπορούσαν να αποδοθούν σε μεμονωμένες λάθος αποφάσεις και τυχαίες υπερβολές. Το χειρότερο όμως είναι ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα μια ωρολογιακή βόμβα, την οποία έχει τοποθετήσει η ίδια και της οποίας η δύναμη αυξανόταν διαρκώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες.
Σε τελική ανάλυση, η πολιτική των ανοιχτών συνόρων, η πολιτική ορθότητα, ο σεβασμός της ταυτότητας και των πεποιθήσεων των ξένων δεν ήταν καθόλου κενά λόγια. Πίσω από αυτά, οι πράξεις ήταν αληθινές και καθ’ όλα σημαντικές. Η Ευρώπη αποδεχόταν πραγματικά τους μετανάστες, τους νομιμοποιούσε, τους χρηματοδοτούσε, και μάλιστα συχνά καταδίκαζε με αγανάκτηση τις χώρες τις οποίες αυτοί οι ταλαιπωρημένοι αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν για να αποφύγουν τα καταπιεστικά μέτρα. Ολα αυτά συνοδεύονταν από «γλυκομίλητες» δηλώσεις για τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες.
Και σήμερα, ξαφνικά, διαπιστώθηκε ότι όλα ήταν εντελώς διαφορετικά. Οτι στην οικογένεια των Τσετσένων που έλαβαν πολιτικό άσυλο από την τρομακτική Ρωσία, μεγάλωσε ένας τρομοκράτης που έκοψε το κεφάλι του δασκάλου. Οι δυνάμεις που μόλις χθες θεωρούνταν μετριοπαθείς και αξιόπιστες, έχουν πλέον ανακηρυχθεί από τις Αρχές ως εθνική απειλή. Το ότι ο Σύλλογος κατά της Ισλαμοφοβίας στη Γαλλία -ένας από τους πιο διάσημους εξειδικευμένους οργανισμούς που λαμβάνει κρατική επιχορήγηση και φοροαπαλλαγές-, σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών, είναι «ο εχθρός της Γαλλικής Δημοκρατίας».
Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος υπουργός επισκέπτεται τη Μόσχα, με την ελπίδα να συμφωνήσει για την επιστροφή στη Ρωσία των ριζοσπαστών ισλαμιστών που έφυγαν από τη χώρα, τους οποίους η Γαλλία θεωρούσε για δύο δεκαετίες ως αγωνιστές για την ελευθερία και θύματα του Κρεμλίνου, και τους παρείχε τις πιο ευνοϊκές συνθήκες.
Οι ευρωπαϊκές Αρχές απλώς δεν έχουν σαφείς και ουσιαστικές εξηγήσεις για τις αλλαγές που πραγματοποιούνται, δεδομένου ότι θα ήταν η αναγνώριση του μεγάλου σφάλματος ολόκληρης της πολιτικής μετανάστευσης και ένταξης των τελευταίων δεκαετιών και των ιδεολογικών της θεμελίων.
Αντίθετα, υπάρχουν μη πειστικές δικαιολογίες και συχνά αδέξιες πράξεις που προκαλούν αμηχανία και απορρίπτονται, ακόμη και από μουσουλμάνους που δεν υποστηρίζουν τον ριζοσπαστισμό, οι οποίοι θεωρούν ότι οι κατηγορίες του Ερντογάν εναντίον της Ευρώπης γίνονται ολοένα και πιο δικαιολογημένες.
Πηγή: Sputniknews, Irina Alksnis