ICAP: Το οικονομικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται πάλι από υψηλή αβεβαιότητα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 18 Μαΐου 2017

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: OIKONOMIA, ΕΛΛΑΔΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι επιδόσεις των επίλεκτων κλάδων

 

«Στις παρούσες συνθήκες, το οικονομικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται και πάλι από υψηλή αβεβαιότητα, λόγω των παρατεταμένων διαπραγματεύσεων αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος, με συνέπεια η οικονομία να αντιμετωπίζει μεγάλες δυσχέρειες, όπως η μειωμένη ροή χρηματοδότησης και η έλλειψη ρευστότητας. Οι συνθήκες αυτές κάθε άλλο παρά βοηθούν την επιχειρηματική δραστηριότητα και παρατείνουν την επενδυτική απραξία, ενώ παραμένει ανεκπλήρωτος ο στόχος της επιστροφής στην ανάπτυξη. Σε αυτά τα πλαίσια, οι ελληνικές επιχειρήσεις καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες, στοχεύοντας στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους, προκειμένου να διευρύνουν την εξωστρέφειά τους και να μπορούν να ανταποκριθούν στο διεθνή ανταγωνισμό» επισημαίνεται, στην έκθεση της ICAP. Στην τελευταία έκδοση της έκθεσης «40 κορυφαίοι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας», δίδεται συνοπτικά η εικόνα που παρουσιάζουν 40 επιλεγμένοι κλάδοι, βάσει των αντίστοιχων μελετών έκδοσης 2016-2015.
Ειδικότερα, από τα σχετικά δεδομένα, προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών του συνόλου των εταιρειών της έκδοσης κατέγραψε ελαφρά μείωση, το 2015-2014, παράλληλα, όμως, η συγκράτηση του κόστους είχε πολύ θετικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Πράγματι, το έτος 2015 αποτέλεσε το ορόσημο που σηματοδότησε την εντυπωσιακή επάνοδο στην κερδοφορία και το τέλος μίας παρατεταμένης περιόδου συσσώρευσης ζημιών.
O Νικήτας Κωνσταντέλλος, πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της ICAP Group, δήλωσε, μεταξύ άλλων: «Στις παρούσες συνθήκες, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παραμένει «ευάλωτη», αφού δεν έχουν εξαλειφθεί όλοι εκείνοι οι παράγοντες που καθιστούν επισφαλή τη δυναμική ανάκαμψης της χώρας. Οι ενδείξεις ανάκαμψης που εμφάνιζαν αρχικά τα δημοσιονομικά μεγέθη, το 2016, τελικά, αναιρέθηκαν, δεδομένου ότι η χώρα εισήλθε και πάλι σε ύφεση στα τέλη του έτους, ενώ, σε ετήσια βάση, συνολικά, η οικονομία της χώρας χαρακτηρίστηκε ουσιαστικά από στασιμότητα. Βέβαια, οι επιμέρους επιχειρηματικοί τομείς επηρεάσθηκαν σε διαφορετικό βαθμό. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι οι κλαδικές επιδόσεις, όσον αφορά δείκτες κερδοφορίας-αποδοτικότητας, σημείωσαν οριακή μόνο υποχώρηση, το 2015, ενώ διατηρείται η τάση περιορισμού των ζημιογόνων κλάδων, συγκριτικά με προηγούμενα έτη. Αξίζει, λοιπόν, να αναδειχτούν εκείνοι οι κλάδοι που επέδειξαν σημαντικές αντοχές και πέτυχαν αξιόλογες επιδόσεις, οι οποίες παρουσιάζονται στη νέα έκδοση της ICAP Group, 40 Κορυφαίοι Κλάδοι της Ελληνικής Οικονομίας – 2017».
Συγκεκριμένα, εξετάζοντας αρχικά τις εταιρείες του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, προκύπτει ότι «ο συνολικός κύκλος εργασιών τους μειώθηκε κατά 2,8%, το 2015-2014, και διαμορφώθηκε στα 128 δισ. ευρώ περίπου. Υποχώρηση κατέγραψαν οι πωλήσεις σε πέντε από τους εννέα ευρύτερους κλάδους του εταιρικού τομέα, εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού. Την εντονότερη υποχώρηση κύκλου εργασιών εμφάνισε ο τομέας της μεταποίησης (-8,2%).
Οσον αφορά στα συνολικά αποτελέσματα, αξίζει να σημειωθεί η βελτίωση σε επίπεδο μεικτών κερδών και η δραστική αύξηση (66,3%) του λειτουργικού αποτελέσματος, μεταβολές που τελικά οδήγησαν στην εντυπωσιακή επάνοδο στην κερδοφορία του εταιρικού τομέα, το 2015, με εγγραφή κερδών προ φόρων, ύψους 2,1 δισ. ευρώ. Επισημαίνεται ότι η πλειοψηφία των εταιρειών του δείγματος (το 62,3%) ήταν κερδοφόρες, το 2015, τα δε κέρδη τους υπερίσχυσαν και καθόρισαν και το συνολικό αποτέλεσμα. Οσον αφορά τους επιμέρους κλάδους, όλοι πλην ενός, οι κλάδοι κατέστησαν κερδοφόροι, το 2015. Τη μεγαλύτερη συμμετοχή στα κέρδη είχαν ο κλάδος της μεταποίησης, του εμπορίου και των λοιπών υπηρεσιών».
Ειδικότερα, για τον τομέα της μεταποίησης, από την επεξεργασία των στοιχείων, φαίνεται ότι «σημειώθηκε μεγάλη βελτίωση το 2015. Ο συνολικός κύκλος εργασιών των εταιρειών του τομέα μειώθηκε κατά 8,2%, το 2015-2014 και διαμορφώθηκε στα 38,7 δισ. ευρώ (η υποχώρηση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τομέα διύλισης πετρελαίου). Παρά την υποχώρηση αυτή, η μεγάλη περικοπή του κόστους πωλήσεων επέφερε τη σημαντική άνοδο των μεικτών κερδών. Το γεγονός αυτό «επέτρεψε» στο λειτουργικό αποτέλεσμα να ανακτήσει το θετικό πρόσημο και οδήγησε σε αναστροφή του τελικού αποτελέσματος, από ζημίες το 2014 σε κέρδη προ φόρων, ύψους 872,9 εκατ. ευρώ το 2015».
Περαιτέρω, σχετικά με τις κλαδικές τους επιδόσεις, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας έκδοσης, οι μεταποιητικές εταιρείες κατανεμήθηκαν σε 22 κλάδους, βάσει της διψήφιας κατάταξης NACE.
Οσον αφορά στο χρηματοπιστωτικό τομέα, η εικόνα που παρουσίασε ο κλάδος των τραπεζών, επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, με τη συσσώρευση και νέων ζημιών το τελευταίο έτος. Συγκεκριμένα, το 2015, τα συνολικά έσοδα των 10 τραπεζών που περιλαμβάνονται στην ανάλυση, μειώθηκαν κατά 8,5%, ανερχόμενα στα 9,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι αισθητά αυξημένες προβλέψεις και παράλληλα τα πολύ υψηλά λειτουργικά έξοδα οδήγησαν και πάλι σε καταγραφή υπέρογκων ζημιών, ύψους 13,6 δισ. ευρώ, συνολικά, το 2015, έναντι ζημιών 8,2 δισ. ευρώ το 2014.
Σχετική βελτίωση παρουσίασε ο κλάδος των ασφαλειών, η οποία, όμως, ήταν μικρής έκτασης. Τα συνολικά έσοδα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων διαμορφώθηκαν στα 3,6 δισ. ευρώ περίπου, το 2015, αυξημένα κατά 5,4%, έναντι του προηγουμένου έτους. Σε επίπεδο λειτουργικών κερδών, υπήρξε αισθητή αύξηση (7,3%). Αντίστοιχη εξέλιξη χαρακτήρισε και το τελικό αποτέλεσμα, με τα κέρδη προ φόρου να ανέρχονται στα 468,7 εκατ. ευρώ το 2015, αυξημένα κατά 7,4%, σε ετήσια βάση.
Τέλος, ζημιογόνος παραμένει ο σύνθετος κλάδος των λοιπών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ο συνολικός κύκλος εργασιών κατέγραψε αύξηση (σχεδόν 10%) το 2015, ενώ λιγότερο έντονη ήταν η βελτίωση των αντίστοιχων μεικτών κερδών (5,5%). Τα λειτουργικά αποτελέσματα παρέμειναν αρνητικά. Τελικά, οι ζημίες χρήσεως περιορίστηκαν μόνο οριακά (-0,6%) και διαμορφώθηκαν στα 308,3 εκατ. ευρώ το 2015.
Συγκρίνοντας τους μέσους δείκτες κερδοφορίας και αποδοτικότητας των κορυφαίων κλάδων του 2015, σε σχέση με τους αντίστοιχους του 2014 (από την περυσινή έκδοση), φαίνεται ότι, σε γενικές γραμμές, οι τιμές των δεικτών σημείωσαν ελαφρά υποχώρηση, το τελευταίο έτος, με εξαίρεση το μέσο δείκτη περιθωρίου καθαρού κέρδους, που ήταν σημαντικά βελτιωμένος το 2015 (οφείλεται στην προσθήκη του κλάδου του REAL ESTATE – εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων), ο οποίος είχε δείκτη πολύ υψηλότερο, επηρεάζοντας το μέσο όρο). Από τους επιλεγμένους κλάδους της παρούσας έκδοσης, η πλειονότητα είναι κερδοφόροι, ενώ 11 εξ αυτών εμφανίζουν αρνητικό δείκτη περιθωρίου καθαρού κέρδους (ζημιογόνοι).
Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *