Τελειώνουμε με τις οφειλές σε ΔΝΤ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 14 Νοεμβρίου 2019

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΠΡΩΤΗΣΕΛΙΔΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ,

Αναφερόμενος στο θέμα της αποπληρωμής του ακριβού μέρους του χρέους του ΔΝΤ, ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, από το βήμα του 4ου Thessaloniki Forum είπε: «Ηδη προχωράμε σε αυτή τη διαδικασία και εκτιμάμε ότι θα ολοκληρωθεί στις επόμενες δύο-τρεις εβδομάδες».
Στη συνέχεια τόνισε: «Ακόμα καλύτερα θα κινηθεί η χώρα το 2020, σε σχέση με το 2019, παρά τους κινδύνους της αυξημένης μεταβλητότητας σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που μπορεί να ειπωθεί «με ασφάλεια», επισημαίνοντας ότι η αισιοδοξία της κυβέρνησης είναι ρεαλιστική.
«Στις δικές μας εκτιμήσεις έχουν ενσωματωθεί οι κίνδυνοι. Ναι, υπάρχουν κίνδυνοι, εκτιμώ όμως ότι αν εμείς, ως χώρα, κινηθούμε στην κατεύθυνση που ήδη έχουμε ξεκινήσει να δημιουργούμε, τότε περιορίζουμε πολύ τους κινδύνους από το εξωτερικό περιβάλλον. Ακόμη και οι θεσμοί που εκτιμούν υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης το 2020 σε σχέση με το 2019, αλλά χαμηλότερους από ό,τι η κυβέρνηση, δεν προβλέπουν δημοσιονομικό κενό. Αυτό δείχνει ότι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, με ρεαλιστικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης» σημείωσε ο κ. Σταϊκούρας.
Σε δύο εβδομάδες η ολοκλήρωση της διαδικασίας για το σχέδιο «Ηρακλής»
Σχετικά με τις τράπεζες και την αδυναμία τους να συνδράμουν περισσότερο χρηματοδοτικά στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αλλά και τα κόκκινα δάνεια και το σχέδιο «Ηρακλής», ο κ. Σταϊκούρας, επισήμανε ότι το ζητούμενο είναι πλέον η υγιής πιστωτική επέκταση. Πρόσθεσε, ότι τα τελευταία τέσσερα τρίμηνα τα κόκκινα δάνεια μειώθηκαν κατά περίπου 14 δισ. ευρώ, ενώ η μείωση του ΕΝΦΙΑ βελτίωσε την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
«Και τώρα, έρχεται η ελληνική Πολιτεία το επόμενο χρονικό διάστημα, εκτιμώ τις επόμενες δύο εβδομάδες, να ολοκληρώσει τη διαδικασία για το σχέδιο «Ηρακλής», ουσιαστικά για την τιτλοποίηση ενός μεγάλου όγκου των κόκκινων δανείων των πιστωτικών συστημάτων. Φαίνεται ότι θα υπάρχει συμμετοχή όλων των τραπεζών, με μεγάλα ποσά, άρα είμαι ρεαλιστικά αισιόδοξος, σε ό,τι αφορά το τραπεζικό σύστημα, ότι όχι μόνο σταθεροποιείται, αλλά δημιουργούνται οι βάσεις, ώστε να υπάρχει υγιής πιστωτική επέκταση το συντομότερο δυνατόν» υπογράμμισε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι επειδή θέλει να είναι ειλικρινής απέναντι στους επιχειρηματίες, θέλει να διευκρινίσει ότι δεν φαντάζεται να υπάρχει ξαφνικά μια πιστωτική επέκταση, αλλά χρειάζεται «μια σοβαρή Πολιτεία να δημιουργήσει το περιβάλλον ενίσχυσης της ρευστότητας», κάτι που η κυβέρνηση έχει δρομολογήσει, μεταξύ άλλων με εμποροσθοβαρή διαχείριση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, εκτέλεση -και όχι υποεκτέλεση- του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και αποπληρωμή των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.
Για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους
Σε ό,τι αφορά το πάγιο αίτημα των Ελλήνων επιχειρηματιών για μείωση του υψηλού μη μισθολογικού κόστους, ο υπουργός Οικονομικών επισήμανε ότι η κυβέρνηση προσπαθεί από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά της, να αξιοποιήσει τον όποιο διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για την εφαρμογή μιας «μη ταξικής οικονομικής πολιτικής».
«Ολη η κοινωνία θέλουμε να ωφεληθεί από την οικονομική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, δίνοντας όμως ιδιαίτερη σημασία και έμφαση στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Το βασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής μας είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Θα πρέπει λοιπόν συνεπώς να αξιολογήσει κάποιος το σύνολο των παρεμβάσεων και όχι μόνο να αποτυπώσει μια φορολογική πράξη σε ένα φορολογικό νομοσχέδιο» σημείωσε και αναφέρθηκε στη μείωση του ΕΝΦΙΑ, στο επίδομα θέρμανσης και στις 120 δόσεις, από τις οποίες ωφελήθηκαν 600.000 επιχειρήσεις, στη μείωση της εταιρικής φορολογίας, αλλά και των ασφαλιστικών εισφορών από το δεύτερο εξάμηνο του 2020. «Υπάρχει μια αλληλουχία, μια συμπληρωματικότητα και συγκεκριμένη στόχευση της οικονομικής πολιτικής. Το υψηλό μη μισθολογικό κόστος είναι ένα στοιχείο που αποτελεί μια προτεραιότητα για εμάς μέσα το 2020, λαμβάνοντας υπόψη τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και τα δημοσιονομικά περιθώρια» σημείωσε.
Για την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, ώστε να υποστηρίξει την προσέλκυση επενδύσεων, επισήμανε ότι ήδη έχει ψηφιστεί ένα αναπτυξιακό νομοσχέδιο, «το οποίο περιλαμβάνει, περικλείει ουσιαστικά στοιχεία», που επιβεβαιώνουν την πρωτοβουλία και την προτεραιότητα της κυβέρνησης για τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος. «Εμείς οφείλουμε να δημιουργήσουμε το φορολογικό και λειτουργικό πλαίσιο, ώστε να ενισχυθεί το επιχειρείν και οι επιχειρήσεις οφείλουν να λειτουργήσουν με κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και εταιρικής κοινωνικής υπευθυνότητας», είπε χαρακτηριστικά.