Ένας χρόνος χωρίς μνημόνιο: Τι έχει αλλάξει στην οικονομία και στην… τσέπη των Ελλήνων

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 22 Αυγούστου 2019

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: OIKONOMIA, ΕΛΛΑΔΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ,

Ένας χρόνος – ή αλλιώς 365 ημέρες – συμπληρώνεται χωρίς μνημόνιο. Τι έχει αλλάξει στην ελληνική οικονομία και κυρίως, στην τσέπη του Έλληνα φορολογούμενου.
Ένας χρόνος συμπληρώνεται από την οριστική (;) έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια. Ήταν Αύγουστος του 2018, όταν ο Αλέξης Τσίπρας, από το νησί της Ιθάκης, διακήρυττε το τέλος της μνημονιακής περιόδου, η οποία ταλαιπώρησε την Ελλάδα για οκτώ ολόκληρα χρόνια.
Έχοντας συμπληρώσει 365 ημέρες χωρίς μνημόνιο, η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι εξακολουθεί να ψάχνει βηματισμό, προκειμένου να επιστρέψει στην ομαλότητα, ενώ ο Έλληνας φορολογούμενος αναζητάει ψήγματα βελτίωσης της καθημερινότητάς του.
Μέσα σ’ αυτόν τον ένα χρόνο πολλά άλλαξαν. Ακόμη περισσότερα όμως έμειναν ίδια. Ιδίως όσον αφορά την «τσέπη» του Έλληνα πολίτη, δηλαδή την πραγματική οικονομία.
Τα μνημόνια – χαρακτηριστικά – έφυγαν, αλλά η εποπτεία παραμένει. Την ίδια ώρα, οι αυστηρές έως εξωφρενικές απαιτήσεις των δανειστών έχουν αντικατασταθεί από την ανάγκη επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων, ύψους 3,5% του ΑΕΠ, έως το 2022.
Οι θεσμοί – τρόικα, όπως είχαμε συνηθίσει να την αποκαλούμε – δεν υπάρχουν πλέον. Όμως, οι εκπρόσωποι των δανειστών συνεχίζουν να επισκέπτονται τακτικά (ανά εξάμηνο) την ελληνική πρωτεύουσα.
Βέβαια, αρκετά οικονομικά μεγέθη έχουν βελτιωθεί. Η οικονομία αναπτύσσεται σταθερά – αν και με επιδόσεις χαμηλότερες του προσδοκώμενου – η ανεργία περιορίζεται, τα επιτόκια δανεισμού έχουν υποχωρήσει αισθητά, η εμπιστοσύνη της Ελλάδας στο εξωτερικό έχει αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ η χώρα μπορεί να δανειστεί από τις αγορές, όπως όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Όμως, οι φόροι… παραμένουν φόροι. Αξίας, μάλιστα, πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.
Τι έχει αλλάξει από τον Αύγουστο του 2018
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βασικά οικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη αποτυπώνουν μία μικτή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου χωρίς μνημόνιο.
Από τη μία πλευρά, οι δημοσιονομικοί δείκτες είναι βελτιωμένοι, κάτι το οποίο αποτυπώνεται τόσο στα επίπεδα των επιτοκίων, όσο και στην εκτέλεση του προϋπολογισμού (μηδενισμός δημοσιονομικού ελλείμματος, αυξημένο πρωτογενές πλεόνασμα).
Από την άλλη πλευρά, αρκετοί οικονομικοί δείκτες είτε διατηρούνται αμετάβλητοι, είτε εμφανίζουν πτώση.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, ο οποίος ενώ το γ’ τρίμηνο του 2018 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος) ανερχόταν στο 2,1%, το α’ τρίμηνο του 2019 (Ιανουάριος – Μάρτιος) περιορίστηκε στο 1,3%.
Ακριβώς αντίθετη είναι η κατάσταση στην αγορά των ομολόγων, καθώς ενώ το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου, πριν ακριβώς από έναν χρόνο, κυμαινόταν στο 4,197%, σήμερα βρίσκεται κάτω του 2% και ειδικότερα στο 1,990%.
Βασικά Μεγέθη:
Γενικός Δείκτης Χρηματιστηρίου Αθηνών: 712 μονάδες στις 20 Αυγούστου του 2018 – 829 μονάδες στις 20 Αυγούστου του 2019 (αύξηση 17,66%).
Ετήσια Ανάπτυξη: 1,6% του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο του 2018 και 2,1% του ΑΕΠ το γ’ τρίμηνο του 2018 – 1,3% του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο του 2019 (πιο πρόσφατα στοιχεία).
Ετήσιος Πληθωρισμός: 1% τον Αύγουστο του 2018 – 0% τον Ιούλιο του 2017 (πιο πρόσφατα στοιχεία).
Δείκτης Ανεργίας: 18,9% τον Αύγουστο του 2018 – 17,2% τον Μάιο του 2019 (πιο πρόσφατα στοιχεία).
Εξαγωγές: 3 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2018 – 2,7 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019.
Εισαγωγές: 5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2018 – 4,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019.
Εμπορικό έλλειμμα: 1,981 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2018 – 1,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019.
Λιανικό Εμπόριο: 106,5 μονάδες τον Αύγουστο του 2018 και 98 μονάδες τον Μάιο του 2018 – 96 μονάδες τον Μάιο του 2019.
Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ΙΟΒΕ): 105,3 μονάδες τον Ιούλιο του 2018 – 105,3 μονάδες τον Ιούλιο του 2019.
Δείκτης Επιχειρηματικών Προσδοκιών (ΙΟΒΕ): 105,9 μονάδες τον Ιούλιο του 2018 – 104,4 μονάδες τον Ιούλιο του 2019.
Επιτόκιο 10ετούς Κρατικού Ομολόγου: 4,197% στις 20 Αυγούστου του 2018 – 1,99% στις 21 Αυγούστου του 2019.
«Δεν έχουν γίνει κοσμογονικές αλλαγές»
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι – παρότι έχουμε διανύσει έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς μνημόνιο – η κατάσταση στην τσέπη του Έλληνα παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. Κάτι το οποίο υπερθεματίζει και ο καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Χρήστος Νίκας.
«Δεν έχουν γίνει κοσμογονικές αλλαγές. Η αυξημένη εποπτεία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει. Δεν έχουμε δει τόσο σημαντικά και απτά αποτελέσματα, δεν έχουμε δει κάποια ουσιαστική μεταβολή», σπεύδει να εξηγήσει, μιλώντας στο Sputnik.
Εξάλλου, όπως εύστοχα παρατηρεί, η φορολογία των εισοδημάτων των Ελλήνων εξακολουθεί να γίνεται με βάση τους «πάρα πολύ υψηλούς συντελεστές που εφαρμόστηκαν επί υπουργίας Τσακαλώτου».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, κατά τον ίδιο, συνίσταται στα υψηλά πλεονάσματα. «Ακόμη φοράμε τον «στενό κορσέ» του 3,5% πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό είναι το βασικό βάρος για την ελληνική οικονομία».
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ως βασικό πρόκριμα της Αθήνας «να μπορέσει να πείσει τους δανειστές να μειωθεί» ο στόχος για το πλεόνασμα. «Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο» σχολιάζει χαρακτηριστικά.
«Μία μονάδα να μειωθεί ο στόχος για το πλεόνασμα, δηλαδή από το 3,5% στο 2,5%, είναι περίπου 2 δισ. ευρώ», σημειώνει χαρακτηριστικά. Ήτοι σχεδόν ο μισός ΕΝΦΙΑ.
«Εξαντλείται η φοροδοτική ικανότητα»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ευθύμιος Τσιώνας, ο οποίος παρότι χαιρετίζει τη βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα υψηλά πλεονάσματα.
«Η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων έχει εξαντληθεί. Παρά την έξοδο από το μνημόνιο, οι φόροι παραμένουν στα ίδια επίπεδα, ενώ οι όποιες ελαφρύνσεις έχουν υλοποιηθεί, δεν έχουν – προς το παρόν – ουσιαστικό αντίκτυπο στην τσέπη των φορολογούμενων» δηλώνει στο Sputnik.
Μάλιστα, δεν χάνει την ευκαιρία να στείλει μήνυμα προς την κυβέρνηση, καλώντας την να διεκδικήσει – στο πλαίσιο του δυνατού – τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Ιδίως, μάλιστα, «από τη στιγμή που ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας είναι κατώτερος του αναμενομένου». Υπενθυμίζεται ότι στο α’ τρίμηνο του 2019, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ περιορίστηκε μόλις στο 1,3%.
«Η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη, στο πώς θα «μεγαλώσουμε» την πίτα, στο πώς θα προσελκύσουμε επενδύσεις, στο πώς θα δημιουργήσουμε νέες θέσεις εργασίας» επισημαίνει, χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Σπύρος Παγκράτης, επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, προειδοποιεί για τις επιπτώσεις των υψηλών πλεονασμάτων, όχι μόνο της μεσοπρόθεσμης περιόδου, αλλά και της μακροπρόθεσμης.
Άλλωστε, με βάση τη συμφωνία Αθήνας – δανειστών, η Ελλάδα καλείται να επιτύχει μέσο πρωτογενές πλεόνασμα, ύψους 2,2% του ΑΕΠ, για την περίοδο 2023-2060.
«Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2060. Η συμφωνία για την αποπληρωμή του χρέους βασίζεται σ’ αυτά τα πλεονάσματα» υποστηρίζει, μιλώντας στο Sputnik.
Όμως, αυτή η «εμμονή» – όπως την χαρακτηρίζει – «καλλιεργεί τις συνθήκες για τη δημιουργία μίας οικονομικής ασφυξίας, η οποία απαρτίζεται από υψηλή φορολογία και σχετικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης».
Αλλαγές (;) από φθινόπωρο
Βέβαια, δεν είναι όλα… μαύρα.
Ο κ. Νίκας, χαρακτηριστικά, θεωρεί ότι οι πρώτες ουσιώδεις αλλαγές στην πραγματική οικονομία θα ξεκινήσουν να καθίστανται αισθητές τους αμέσως επόμενους μήνες.
«Κάποια αλλαγή θα δούμε με τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, ενώ ορισμένα βελτιωτικά μέτρα που έχουν εξαγγελθεί, αλλά δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμη, θα τεθούν σε ισχύ τους επόμενους μήνες» υπογραμμίζει ενδεικτικά.
Στο θετικό μίγμα εξελίξεων, το οποίο αναμένεται το προσεχές διάστημα, συγκαταλέγει και τη δυνατότητα ένταξης στο νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο έρχεται ως συνέχεια του λεγόμενου «QE» του Μάριο Ντράγκι.
Στο προηγούμενο πρόγραμμα, η Ελλάδα δεν κατάφερε να ενταχθεί και να επωφεληθεί, λόγω του γεγονότος ότι η χώρα βρισκόταν σε καθεστώς μνημονίου. Πλέον, η κατάσταση έχει αλλάξει και η Αθήνα ευελπιστεί ότι θα συμμετάσχει κανονικά στο νέο πρόγραμμα χαλάρωσης.
«Δεν είμαστε στην ίδια κατάσταση που ήμασταν πριν από έναν χρόνο. Είμαστε ελαφρώς καλύτερα, αλλά απομένει πολύς δρόμος για να μπούμε σε μία κανονικότητα ως προς την οικονομία», αποφαίνεται ο έγκριτος καθηγητής.
Το επιτόκιο δανεισμού ως… δημοσκόπηση για τις αγορές
Κάνοντας ειδική μνεία στο χαμηλό κόστος δανεισμού της Ελλάδας, το οποίο πλέον κυμαίνεται κάτω του 2%, ο κ. Νίκας εκφράζει την απόλυτη ικανοποίησή του, καθώς «είναι πολύ θετικό ότι μπορούμε να βγούμε στις αγορές και να δανειστούμε με λογικά επιτόκια, όπως όλες οι χώρες της Ευρωζώνης».
Και συμπληρώνει: «Όπως οι πολιτικοί βασίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις και τη στρατηγική στις δημοσκοπήσεις, το αντίστοιχο για την οικονομική πολιτική είναι τα επιτόκια δανεισμού. Μετά από πολύ καιρό φαίνεται να αποσπούμε μία μικρή ψήφο εμπιστοσύνης».
Κατά τον ίδιο, εξάλλου, «το γεγονός ότι τα επιτόκια μειώνονται, σημαίνει ότι μειώνεται και η αντίληψη του κινδύνου του ρίσκου των ελληνικών ομολόγων. Άρα αποκαθίσταται κάπως η εμπιστοσύνη».
Δεν παραλείπει βέβαια, να υπογραμμίσει την ανάγκη αναβάθμισης των ελληνικών αξιόχρεων από τους διεθνούς οίκους αξιολόγησης, κάτι το οποίο θα προσδώσει επιπλέον ώθηση στη διεθνή εικόνα της οικονομίας.
«Ο τίτλος που θα έβαζα στον «έναν χρόνο χωρίς μνημόνιο» είναι «συγκρατημένη αισιοδοξία»» τονίζει, ανακεφαλαιώνοντας.
Τον ίδιο τίτλο φαίνεται ότι βάζει και ο κ. Παγκράτης, ο οποίος θεωρεί ότι παρά τις όποιες αρνητικές αγκυλώσεις, η οικονομία έχει σταθεροποιηθεί, γεγονός το οποίο μετουσιώνεται σε χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού.
«Αυτό, οπωσδήποτε, βοηθάει την Ελλάδα στο πεδίο της αποπληρωμής του χρέους, καθώς είναι πλέον ικανή να βγει στις αγορές και να δανειστεί» εξηγεί, μεταξύ άλλων, κάνοντας λόγο για περιθώριο μεγαλύτερης ευελιξίας στο προφίλ του δημόσιου χρέους.
Βελτιωμένη η ψυχολογία της αγοράς
Την ίδια στιγμή, ο Όμηρος Τσαπάλος, αναλυτής και απόφοιτος του London School of Economics, παρουσιάζει μία διάχυτη αισιοδοξία για το μέλλον, ιδίως σε επίπεδο φορολογίας και λειτουργίας της αγοράς.
«Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα έχει σαφώς σταθεροποιηθεί, δείχνοντας παράλληλα σημάδια αργής αλλά σταθερής ανάκαμψης. Εκείνο που έχει θεαματικά βελτιωθεί είναι το λεγόμενο «οικονομικό κλίμα» ή η λεγόμενη «ψυχολογία της αγοράς», ιδιαίτερα μετά τις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις και ειδικά μετά τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου ακυβερνησίας» τονίζει, μιλώντας στο Sputnik.
Ειδική μνεία κάνει και στο «τι μέλλει γενέσθαι», σημειώνοντας ότι «οι επιχειρήσεις προσμένουν μεγάλες αλλαγές σε επίπεδο μεταρρυθμίσεων και λειτουργίας της αγοράς», ενώ οι πολίτες αναμένουν τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, η οποία θεωρείται αφετηρία των φοροελαφρύνσεων.
Άλλωστε, κατά τον ίδιο, «η οικονομική κατάσταση των Ελλήνων μπορεί να μην έχει βελτιωθεί θεαματικά τον τελευταίο έναν χρόνο, όμως σίγουρα δεν έχει επιδεινωθεί και σίγουρα θα βελτιώνεται όσο μειώνονται οι φόροι».
Ο βραχνάς της εποπτείας
Η Ελλάδα μπορεί να βρίσκεται εκτός μνημονίων, αλλά η εποπτεία παραμένει. Όχι όσο ασφυκτική ήταν κατά τα προηγούμενα χρόνια, αλλά «αυξημένη», όπως περιγράφεται και στα επίσημα έγγραφα της Κομισιόν.
Βέβαια, σύμφωνα με τον κ. Νίκα, αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε να το συνηθίζουμε.
«Πρώτα απ’ όλα μια χώρα της ΕΕ έχει περιορισμένους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Την πλήρη ελευθερία άσκησης οικονομικής πολιτικής καλά θα κάνουμε να την ξεχάσουμε».
Την ίδια ώρα, με βάση το μεταμνημονιακό πλαίσιο, η χώρα θα τελεί υπό καθεστώς αυξημένης εποπτείας για τα επόμενα περίπου 40 χρόνια. Τουλάχιστον όμως, «έχουμε αφήσει πίσω κάποιες εξευτελιστικές πρακτικές. Αυτές τελείωσαν ελπίζω».
Ο έγκριτος αναλυτής θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι «πλέον υπάρχουν οι στόχοι, για τους οποίους δεσμευόμαστε, και άπτεται σε εμάς για το πώς θα τους επιτύχουμε».
Και προσθέτει: «Αυτό που μπορεί να κάνει ο κάθε υπουργός Οικονομικών είναι – σε δεδομένα δημοσιονομικά μεγέθη – να αποφασίσει πώς θα κάνει μία αναδιανομή και πώς θα κατανείμει τις φορολογικές ελαφρύνσεις για να βοηθήσει την επανεκκίνηση της οικονομίας».
Ο φόβος για το απρόσμενο
Βέβαια, όλα τα παραπάνω ισχύουν υπό την αίρεση της απουσίας κάποιας απρόβλεπτης εξέλιξης. Μίας εξέλιξης, η οποία δεν αναμένεται να προκύψει από το εσωτερικό, αλλά από το εξωτερικό.
«Υπάρχει ένας ασταθές διεθνές περιβάλλον – βλέπετε τι γίνεται με το Ιράν – στο οποίο η ανάκαμψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ασθενική και αβέβαιη. Και αυτό το περιβάλλον επηρεάζει την οικονομία μιας χώρας σαν την Ελλάδα» επισημαίνει ο κ. Νίκας.
Στον αστάθμητο εξωτερικό παράγοντα εστιάζει και ο κ. Τσαπάλος, ο οποίος αρνείται να αποκλείσει το ενδεχόμενο αναταράξεων, λόγω α) απρόσμενων εξελίξεων στην Ιταλία (πολιτική αβεβαιότητα) και το Ηνωμένο Βασίλειο (Brexit), β) του κινδύνου ύφεσης στη Γερμανία και γ) της εν εξελίξει έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Όσον αφορά το μεταμνημονιακό πλαίσιο εποπτείας, ο αναλυτής ξεκαθαρίζει ότι «σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλυτη ανεξαρτησία στην άσκηση δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής», παρά την έξοδο από το μνημόνιο.
Όμως, «μπορούμε να μιλάμε για ένα λιγότερο ασφυκτικό πλαίσιο άσκησης πολιτικής, όπου η ελληνική Κυβέρνηση μπορεί να χαράξει από μόνη της στρατηγικές που εξυπηρετούν τους παραπάνω στόχους».
Στο πλαίσιο αυτό, μάλιστα, προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην υπέρβαση των στόχων, κάτι το οποίο αποτελεί «ένα επιπλέον όπλο στη φαρέτρα της κυβέρνησης προκειμένου να ασκήσει όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη οικονομική πολιτική».
Από την πλευρά του, ο κ. Παγκράτης, εμφανίζεται περισσότερο απαισιόδοξος σε σχέση με τον συνάδελφό του.
«Η Ελλάδα εξακολουθεί να στερείται της δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής» τονίζει, μιλώντας στο Sputnik.
Οι στόχοι του προϋπολογισμού, όπως εξηγεί, προκαθορίζονται από τους δανειστές, γεγονός το οποίο δεσμεύει την ελληνική κυβέρνηση.
«Αυτό όπως είναι φυσικό, στερεί από την Αθήνα την άσκηση επεκτατικών πολιτικών, με στόχο την αύξηση του ΑΕΠ και τη μεγέθυνση της οικονομίας» καταλήγει.
Γεράσιμος Χιόνης