Τα «απαγορευμένα» νησιά και ο «περιθωριοποιημένος» Ελληνας τουρίστας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 1 Ιουλίου 2019

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΠΡΩΤΗΣΕΛΙΔΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ,

Κεφάλαιο «Ελληνικός Τουρισμός»: Αφορά μόνο τους ξένους τουρίστες ή και τους Eλληνες; Οι τάσεις, οι προοπτικές και ο… φτωχός «συγγενής», ο οποίος επιλέγει διακοπές σε εξοχικά ή σπίτια φίλων.
Το ελληνικό τουριστικό προϊόν έχει καταστεί το απόλυτο trend της ελληνικής οικονομίας. Eνα trend, το οποίο αναμφίβολα κράτησε «ζωντανή» τη χώρα κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης και το οποίο εξακολουθεί να γεμίζει τα ταμεία του δημοσίου.
Τουρίστες από κάθε γωνιά του πλανήτη συρρέουν, κάθε χρόνο, στα ελληνικά νησιά και τους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Πέρυσι, ο αριθμός τους υπερέβη το ψυχολογικό όριο των 30 εκατομμυρίων. Δηλαδή, η χώρα υποδέχθηκε, κατά τη διάρκεια λίγων μηνών, έναν αριθμό ατόμων, ο οποίος είναι σχεδόν τριπλάσιος του ντόπιου πληθυσμού.
Μύκονος, Σαντορίνη, Κρήτη, Ρόδος, Κέρκυρα και δεκάδες άλλα – μεγάλα ή μικρά – νησιά σε Αιγαίο και Ιόνιο φιλοξενούν κάθε χρόνο εκατομμύρια τουρίστες, οι οποίοι απολαμβάνουν εκ του σύνεγγυς τις ομορφιές, τα αξιοθέατα, τη φύση, τις παραλίες, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα φαγητά και το… ούζο της Ελλάδας.
Ωστόσο, αυτό που απουσιάζει απ’ αυτά τα – απαράμιλλης ομορφιάς – νησιά είναι ο… Eλληνας τουρίστας, ο οποίος αντιμετωπίζει ανυπέρβλητες δυσχέρειες στην προσπάθειά του να επισκεφτεί ορισμένα – σχεδόν «απαγορευμένα» – νησιά.
Και ο λόγος δεν είναι άλλος από τις απλησίαστες και τις εκτός κάθε ελέγχου και ορίου, τιμές. Τιμές, οι οποίες αφορούν βαλάντια μη προσιτά για τον μέσο Eλληνα καταναλωτή. Eτσι, ο τελευταίος θεωρείται «ξένος» για ορισμένα νησιά, με αποτέλεσμα είτε να επιλέγει φθηνότερους τουριστικούς προορισμούς είτε να καταλήγει στη λύση του… εξοχικού.
Σάλος για εστιατόριο της Μυκόνου: Τουρίστας πλήρωσε 591 ευρώ για… έξι καλαμάρια
Πολύ πρόσφατα, στο φως της δημοσιότητας ήρθε η φωτογραφία από το δελτίο παραγγελιών ενός καταστήματος εστίασης στη Μύκονο. Τρεις σαλάτες «Caesar» 59,40 ευρώ, έξι καλαμάρια 591 ευρώ, έξι μπύρες μεγάλες 150 ευρώ, δύο μπουκάλια νερό 17,80 ευρώ και μία αμίτα ντομάτας 18 ευρώ. Τιμές απλησίαστες για τον μέσο Eλληνα – και όχι μόνο – τουρίστα.
Η είσοδος, παράλληλα, σ’ αρκετές «οργανωμένες» παραλίες είναι ιδιαιτέρως «αλμυρή», καθώς το αντίτιμο για να απολαύσει κάποιος το μπάνιο του αγγίζει ή ακόμη και ξεπερνά, τα 20 ευρώ. Δηλαδή, μία τετραμελής οικογένεια χρειάζεται 80 ευρώ μόνο και μόνο για να μπει σε μία πλαζ.
Στο… περιθώριο ο Eλληνας τουρίστας
Ο ελληνικός τουρισμός είναι πρώτα απ’ όλα, εξωστρεφής και αφορά κατά κύριο λόγο τον ξένο τουρίστα, καθώς ο Eλληνας φαίνεται ότι βρίσκεται στο περιθώριο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την Ελένη Γλαβά, εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), σχεδόν το 90% των τουριστικών εσόδων προέρχεται από το εξωτερικό. Στην Κρήτη, για παράδειγμα, το 47,2% του τοπικού ΑΕΠ προέρχεται αποκλειστικά από τον τουρισμό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό εκτινάσσεται στο 71,2% όσον αφορά τα νησιά του Ιουνίου και στο 97,1% όσον αφορά τα νησιά του Νότιου Αιγαίου (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα).
Το προηγούμενο έτος, η Ελλάδα φιλοξένησε 30,1 εκατομμύρια ξένους τουρίστες, εισπράττοντας το ποσό των 15,9 δισεκατομμυρίων ευρώ (σ.σ. άμεσα έσοδα).
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μόλις 3,6 εκατομμύρια Eλληνες επέλεξαν να πραγματοποιήσουν κάποιο ταξίδι είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό, με τη συντριπτική πλειοψηφία, βέβαια, να προτιμά ελληνικούς προορισμούς (89,5%).
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, επομένως, οι Eλληνες πραγματοποίησαν συνολικά 5,9 εκατομμύρια ταξίδια εντός της χώρας, καθώς ορισμένοι ταξιδιώτες επέλεξαν δύο ή και περισσότερους προορισμούς, κατά τη διάρκεια του έτους.
Ωστόσο, πέραν των 3,6 εκατομμύριων Ελλήνων, υπάρχουν ακόμη περίπου έξι εκατομμύρια (ηλικίας άνω των 15 ετών), οι οποίοι προτίμησαν να μην ταξιδέψουν. Και η συντριπτική πλειοψηφία όσων δεν πραγματοποίησαν κάποιο ταξίδι – δηλαδή το 70,4% – επικαλέστηκε οικονομικούς λόγους.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι το 2008 οι παραπάνω αριθμοί ήταν τελείως διαφορετικοί, καθώς 4,1 εκατομμύρια Eλληνες πραγματοποίησαν συνολικά 7,9 εκατομμύρια ταξίδια, εκ των οποίων τα 6,8 εκατομμύρια σε ελληνικού τουριστικούς προορισμούς.
Ασύμφορες για τον Eλληνα οι καλοκαιρινές διακοπές
«Η αύξηση του εισερχόμενου τουρισμού έχει κάνει πιο δύσκολη την πρόσβαση των Ελλήνων στις ξενοδοχειακές μονάδες, στα νησιά και την ηπειρωτική Ελλάδα» εξηγεί, μιλώντας στο sputniknews.gr, o γενικός γραμματέας της Γενικής Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Επιχειρήσεων Τουρισμού (ΓΕΠΟΕΤ), Aρης Μαρίνης.
«Eχουν αυξηθεί οι τιμές και είναι πιο δύσκολο για τους Eλληνες να αντεπεξέλθουν σ’ αυτά τα αυξημένα κόστη», εξηγεί.
Η Μύκονος, κατά τον ίδιο, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του «φαινομένου». Από την πρόσβαση στην παραλία και την κατανάλωση απλών αναψυκτικών έως τη διατροφή και τη διαμονή.
«Εκεί έχουν δυσκολέψει τα πράγματα για τους Eλληνες, καθώς είναι ένα νησί που ανήκει στους λίγους ιδίως τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και αρχές Σεπτεμβρίου» συνεχίζει ο κ. Μαρίνης.
Από την πλευρά της, η Βάτζιου Μύρια, νομικός σύμβουλος της ΕΚΠΟΙΖΩ, παραδέχεται ότι «υπάρχουν νησιά που ακόμη και τους θερινούς μήνες, είναι νησιά ελίτ».
«Η εικόνα του μέσου καταναλωτή δεν αφορά αυτό το κομμάτι του τουρισμού. Αφορά τον τουρισμό του εξοχικού, της γιαγιάς και του παππού» προσθέτει, επικουρικά.
Στα «τάρταρα» οι τουριστικές δαπάνες των Ελλήνων
Οι δαπάνες για τον εγχώριο τουρισμό, δηλαδή τα χρήματα που καταναλώνουν οι Eλληνες τουρίστες εντός της χώρας, έχουν συρρικνωθεί κατά σχεδόν 64% από το 2008 έως σήμερα.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι η τουριστική δαπάνη για το 2017 (σ.σ. αφορά ταξίδια με τουλάχιστον μία διανυκτέρευση) ανήλθε μόλις στο 1,398 δισεκατομμύριο ευρώ. Δηλαδή 12 φορές χαμηλότερη σε σχέση με τα έσοδα από τους ξένους τουρίστες. Μάλιστα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η κατά κεφαλήν μέση δαπάνη ανά ταξίδι για τον Eλληνα τουρίστα διαμορφώνεται μόλις στα… 264 ευρώ, όταν για τον ξένο αγγίζει τα 526 ευρώ.
Εξ αυτών, η πλειοψηφία των δαπανών των Ελλήνων αφορά τον κλάδο της εστίασης και των μεταφορών (569 εκατ. ευρώ και 448 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα), ενώ η διαμονή απορροφά μόλις 291 εκατ. ευρώ.
«Υπάρχει μεγάλη δυσχέρεια σ’ αυτό που λέμε διακοπές και επίσκεψη σε νησιά. Ο εγχώριος τουρισμός έχει πληγεί από τη βαθιά οικονομική κρίση, έχει επηρεαστεί σημαντικά» σχολιάζει, στο πλαίσιο αυτό, η κ. Βάτζιου.
Ως προς τη διάρκεια διαμονής (σ.σ. διανυκτερεύσεις), όπως παρατηρείται στα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι Eλληνες τουρίστες φέρεται να προτιμούν από 4 έως 7 διανυκτερεύσεις (2,3 εκατ. σε σύνολο 5,9 εκατ. ταξίδια), ενώ ακολουθούν οι 1 έως 3 διανυκτερεύσεις (1,57 εκατ. σε σύνολο 5,9 εκατ.). Οι ξένοι τουρίστες, από την πλευρά τους, φαίνεται να επιλέγουν κατά μέσο όρο 7,5 διανυκτερεύσεις ανά ταξίδι.
Το πρόβλημα του… Αυγούστου
Oσον αφορά την εποχικότητα των Ελλήνων τουριστών, όπως είναι εύλογο, η συντριπτική πλειοψηφία επιλέγει τον Αύγουστο και τον Ιούλιο (31,6% και 18,1% αντίστοιχα). Δηλαδή, σχεδόν το 50% των Ελλήνων παραθερίζει κατά τη διάρκεια αυτών των δύο μηνών. Oλοι οι υπόλοιποι μήνες συγκεντρώνουν μονοψήφια ποσοστά.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η έρευνα του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, η οποία επιβεβαιώνει την υψηλή εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού.
Κατά τη διάρκεια του 2018, χαρακτηριστικά, ενώ η πληρότητα των ξενοδοχείων τον μήνα Μάιο ανερχόταν στο 60%, το αντίστοιχο ποσοστό τον Αύγουστο κυμαινόταν μεταξύ 80% και 100%.
Η εποχικότητα, επομένως, συνιστά έναν μείζονα ανασταλτικό παράγοντα για τον Eλληνα τουρίστα, ο οποίος αναζητά προσιτές τιμές. Μία λύση, επομένως, θα μπορούσε να συνίσταται στην επιλογή «off high season» ημερομηνιών.
«Οι Eλληνες θα μπορούσαν να επιλέγουν άλλες περιόδους διακοπών, πέραν του Δεκαπενταύγουστου. Θα έπρεπε να υπάρχει μία διαφορετική προσέγγιση. Το κλίμα είναι τέτοιο που θα μπορούσες να κάνεις διακοπές τουλάχιστον 4-5 μήνες τον χρόνο και να κάνεις τις διακοπές σου ευχάριστα και στην καλύτερη δυνατή τιμή» επισημαίνει ο κ. Μαρίνης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το υπουργείο Τουρισμού, το οποίο διαβεβαιώνει για την ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χρονική επέκταση της θερινής σεζόν, ώστε οι Eλληνες να μπορούν να επισκέπτονται τα ελληνικά νησιά τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο ή ακόμη και τον Οκτώβριο.
«Βέβαια, αυτό προϋποθέτει και μία αλλαγή της τουριστικής κουλτούρας, καθώς θα πρέπει να αποσυνδεθεί η έννοια των διακοπών από τον μήνα Αύγουστο» συνεχίζει, χαρακτηριστικά.
Επενδύσεις σε ακριβά ξενοδοχεία
Eνα ακόμη δείγμα της στροφής του ελληνικού τουριστικού προϊόντος προς υψηλότερου οικονομικού επιπέδου αγορές, συνίσταται στα δωμάτια των ξενοδοχείων.
Το 2018, ο αριθμός των νέων δωματίων αυξήθηκε σε 14.746 από 9.317 το προηγούμενο έτος, με μία σαφή εστίαση στα «πεντάστερα» ξενοδοχεία.
Αναλυτικά, σύμφωνα με την κ. Γλαβά, ενώ το 2017 τα νέα δωμάτια 5* ανήλθαν σε 1.474, το επόμενο έτος οι κατασκευές νέων «πεντάστερων» δωματίων υπερέβησαν τις 5.561 κλίνες. Την ίδια ώρα, ο αριθμός των νέων δωματίων 4* παράμεινε σχεδόν αμετάβλητος, ενώ αύξηση της τάξης των 1.300 κλινών σημειώθηκε στις νέες κατασκευές «τριάστερων» ξενοδοχείων.
Πώς να κλείσετε με ασφάλεια ξενοδοχεία και εισιτήρια πλοίου
Οι παραπάνω τάσεις, οι οποίες αποτυπώνονται στην έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ, αντανακλώνται και στις ξενοδοχειακές επενδύσεις. Το 2017 οι επενδύσεις σε ξενοδοχεία 5* ανέρχονταν σε 213 εκατ. ευρώ και των 4* σε 324 εκατ. ευρώ. Το 2018, αντίστοιχα, διαμορφώνονταν σε 533 εκατ. ευρώ και 349 εκατ. ευρώ.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, σε πρόσφατη έκθεσή του, υποστηρίζει ότι τα ξενοδοχεία 5* αντιστοιχούν στο 19,5% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού, όταν το 2000 αντιστοιχούσαν μόλις στο 6%.
Ταυτόχρονα, με βάση τα ίδια στοιχεία, το 84% των διανυκτερεύσεων αφορά τους ξένες τουρίστες, καθώς το ποσοστό των διανυκτερεύσεων των Ελλήνων τουριστών έχει περιοριστεί μόλις στο 16% από 26% το 2010.
Απλησίαστες οι τιμές των κλινών
Oπως προκύπτει από τα διαθέσιμα δεδομένα, κατά μέσον όρο, πάνω από το 40% των ξενοδοχείων διαθέτει τα δωμάτια του στην τιμή άνω των 80 ευρώ, ενώ οι τιμές στο 14,4% των περιπτώσεων υπερβαίνει ακόμη και τα 161 ευρώ -ποσά, τα οποία θεωρούνται απλησίαστα για μία μέση ελληνική οικογένεια. Στον αντίποδα, μόλις το 10,5% των ξενοδοχείων διαθέτει δωμάτια στην τιμή έως των 40 ευρώ, κατά μέσο όρο.
Επικουρικά, η μέση τιμή διάθεσης των δίκλινων σε ξενοδοχεία 5* διαμορφώνεται στα 203,3 ευρώ, σε ξενοδοχεία 4* 138,7 ευρώ, σε ξενοδοχεία 3* 79,4 ευρώ, σε ξενοδοχεία 2* 67,3 ευρώ και σε ξενοδοχεία 1* 58,1 ευρώ. Συνολικά, η μέση τιμή για ένα δίκλινο δωμάτιο στην Ελλάδα καθορίζεται στα 115,5 ευρώ.
Η παρατηρούμενη και σταθερή αύξηση των τιμών στα ξενοδοχεία οφείλεται, όπως εξηγεί ο κ. Μαρίνης, στη μαζική έλευση τουριστών από το εξωτερικό. «Οι κλίνες έχουν μπλοκαριστεί από τους μεγάλους tour operator του εξωτερικού και έτσι, έχουν αυξηθεί οι τιμές» επισημαίνει, χαρακτηριστικά.
Θα μπορούσε, επομένως, μία αύξηση της προσφοράς να συνεπάγεται τη μείωση των τιμών, προκειμένου να καταστούν πιο προσιτές στον Eλληνα καταναλωτή;
Ο ίδιος, δυστυχώς, είναι αρνητικός, επικαλούμενος ζητήματα βιωσιμότητας των ελληνικών ξενοδοχειακών μονάδων.
«Η προσφορά κλινών είναι όπως πρέπει να είναι. Πέραν της Αθήνας, στους υπόλοιπους προορισμούς οι αφίξεις περιορίζονται σε 2-3 μήνες, δηλαδή τους καλοκαιρινούς μήνες» επισημαίνει, ενώ διερωτάται το εξής:
«Πώς θα μπορέσει να επιζήσει ένας επιχειρηματίας, έχοντας δουλειά μόλις για λίγους μήνες ή περιμένοντας μόνο τους Eλληνες τουρίστες, οι οποίοι επιλέγουν αποκλειστικά να κάνουν διακοπές τον Αύγουστο;».
Τα φαινόμενα αισχροκέρδειας
Παρότι οι προσφερόμενες τουριστικές υπηρεσίες έχουν βελτιωθεί σε πολύ σημαντικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια, όπως παρατηρεί ο κ. Μαρίνης, εντούτοις δεν έχουν εκλείψει ακόμη τα παράπονα και η δυσαρέσκεια για διάφορα φαινόμενα αισχροκέρδειας.
Η ΕΚΠΟΙΖΩ, κάθε καλοκαίρι, δέχεται μία σειρά καταγγελιών, ιδίως σε επίπεδο αποδείξεων. «Αφορούν εστιατόρια και ταβέρνες, οι οποίες δεν εκδίδουν τα νόμιμα παραστατικά ή αποκρύπτουν τις τιμές των προϊόντων» σημειώνει η κα Βάτζιου, συμπληρώνοντας: «Δεν υπάρχει αναρτημένος κατάλογος και έτσι ο καταναλωτής αγοράζει στα τυφλά».
Καταγγελίες, παράλληλα, υπάρχουν και για καταλύματα ή ξενοδοχεία σε ό,τι αφορά την πολιτική των ακυρώσεων, όπως και για τη μεταφορά (σ.σ. εισιτήρια πλοίων ή αεροπλάνων) για το ίδιο ακριβώς ζήτημα (σ.σ. ακυρώσεις).
Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει και για τις οργανωμένες παραλίες, με την ΕΚΠΟΙΖΩ να υπογραμμίζει την ανάγκη ύπαρξης ελεύθερου χώρου στον αιγιαλό, όπως και την απαλοιφή των έξτρα χρεώσεων (σ.σ. για ενοικίαση ομπρέλας ή ξαπλώστρας) σε περίπτωση εισόδου σε κάποια πλαζ. Πρόκειται για δύο φαινόμενα, τα οποία συχνά-πυκνά αποτελούν αντικείμενο παραπόνου από τους καταναλωτές.
«Βλέπουμε μία αρνητική οπτική της αγοράς, καθώς ένας επιχειρηματίας δεν ενδιαφέρεται για το πώς θα αξιοποιήσει τη φήμη του, προκειμένου ο τουρίστας να ξαναπάει. Φαίνεται ότι δεν τον ενδιαφέρει» σπεύδει να συμπεράνει η κ. Βάτζιου.
«Προσπαθούμε με στοχευμένους ελέγχους να περιορίσουμε αυτά τα φαινόμενα και να επιβάλουμε την πρέπουσα νομοθεσία. Σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία, ο ελεγκτικός μηχανισμός έχει εστιάσει την προσοχή του στην αντιμετώπιση και την αποτροπή τέτοιου είδους περιστατικών» απαντάει στο Sputnik εκπρόσωπος του υπουργείου Τουρισμού, ο οποίος κλήθηκε να σχολιάσει τις αναφορές της ΕΚΠΟΙΖΩ.
Oμως, στο κάδρο των ευθυνών τίθεται και ο ίδιος ο καταναλωτής, ο οποίος φέρεται να μην έχει διακριτή εικόνα των δικαιωμάτων του. «Δεν ξέρει τι δικαιούται, δεν ξέρει τη νομοθεσία και ενδεχομένως, βαριέται να ασχοληθεί. Αλλά γενικώς έχουμε πρόβλημα εκπαίδευσης του καταναλωτή» παραδέχεται η κ. Βάτζιου.
Η έλλειψη, επομένως, ενημερωτικών πρωτοβουλιών – όσο απαραίτητες κι αν είναι – για τα καταναλωτικά δικαιώματα των τουριστών είναι κάτι παραπάνω από πασιφανής. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το υπουργείο Τουρισμού που δηλώνει αναρμόδιο.
Οι φθηνές επιλογές
Πέραν των «ακριβών» ελληνικών τουριστικών προορισμών, ωστόσο, υπάρχουν και φθηνότερες επιλογές – εξίσου όμορφες – οι οποίες ανταποκρίνονται καλύτερα στις οικονομικές δυνατότητες του μέσου Eλληνα.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί έναν ενιαίο τουριστικό προορισμό, καθώς στο εσωτερικό της χώρας και ανάλογα τα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής, παρατηρούνται διακυμάνσεις ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των τουριστών, κάτι το οποίο εντέλει ωφελεί και τους Eλληνες τουρίστες.
Είναι ενδεικτικό ότι στις λεγόμενες παραδοσιακές τουριστικές αγορές (σ.σ. Μύκονος, Σαντορίνη, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα), οι αφίξεις αφορούν κατά κύριο λόγο κατοίκους χωρών της Δυτικής Ευρώπης, με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, κάτι το οποίο διατηρεί στα ύψη τις τιμές.
Χαρακτηριστικά, ενώ η περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου (σ.σ. Κυκλάδες, Δωδεκάνησα) διαθέτει μερίδιο επισκέψεων 19% και μερίδιο διανυκτερεύσεων 22,5%, το μερίδιο εισπράξεων εκτινάσσεται στο 28%. Αντίστοιχα, στην Κρήτη, το μερίδιο επισκέψεων διαμορφώνεται στο 15%, το μερίδιο διανυκτερεύσεων στο 19,3% και το μερίδιο εισπράξεων το 20%.
Πρόκειται για στοιχεία, τα οποία αναδεικνύουν το γεγονός ότι στις δυο προαναφερθείσες περιφέρειες οι τουρίστες είναι υψηλότερου οικονομικού επιπέδου, καθώς δαπανούν περισσότερα χρήματα σε σχέση με τους τουρίστες που επιλέγουν κάποιον άλλον ελληνικό προορισμό.
Αντίθετα, στην Κεντρική Μακεδονία, όπου το μερίδιο επισκέψεων αγγίζει το 23%, οι εισπράξεις αντιπροσωπεύουν μόλις το 14,5% των συνολικών τουριστικών εσόδων της Ελλάδας, γεγονός το οποίο διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα τις τιμές.
Κι αυτό, όπως προαναφέρεται, οφείλεται στο γεγονός του ετερόμορφου τουριστικού μίγματος μεταξύ των περιφερειών Νότιου Αιγαίου – Κρήτης και της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Στην πρώτη περίπτωση (Νότιο Αιγαίο – Κρήτη), οι περισσότεροι επισκέπτες προέρχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και τη Γαλλία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (Κεντρική Μακεδονία) από τη Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, χώρες με σαφώς χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα.
Αυτή η τάση αντανακλάται και στη μέση ημερήσια δαπάνη, η οποία στις Περιφέρειες του Νότιου Αιγαίου και της Κρήτης αγγίζει τα 700 ευρώ, ενώ στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας περιορίζεται λίγο πάνω από τα 250 ευρώ.
Οι ευκαιρίες για τους Eλληνες
Από τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται σαφές ότι πέραν των δημοφιλών περιφερειών, υπάρχουν περιοχές οι οποίες θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν τουρίστες χαμηλότερων οικονομικών βαλαντίων, καθώς η έλλειψη μαζικής προσέλευσης ξένων τουριστών ή η συγκέντρωση τουριστών χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου (σ.σ. Κεντρική Μακεδονία) «κρατά» σε χαμηλά επίπεδα τις τιμές.
«Υπάρχουν προσφορές που απευθύνονται σ’ όλα τα βαλάντια του κόσμου. Οι καταναλωτές μπορούν να ψάξουν και να τις βρουν» σημειώνει μεταξύ άλλων κ. Μαρίνης.
Την ίδια άποψη συμμερίζεται και το υπουργείο Τουρισμού, το οποίο καλεί τους Eλληνες να στραφούν σε εναλλακτικούς τουριστικούς προορισμούς.
«Ο Eλληνας καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μία ευρεία γκάμα προορισμών, καθώς η Ελλάδα αποτελεί μία πανέμορφή χώρα. Εξάλλου παραλίες υπάρχουν και στην ηπειρωτική Ελλάδα και μάλιστα, εξαιρετικής ομορφιάς, που δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα από τα νησιά» αναφέρει ο εκπρόσωπος του υπουργείου, μιλώντας στο Sputnik.
Ανταγωνιστές των ελληνικών προορισμών οι… άλλοι ελληνικοί προορισμοί
Τα τελευταία χρόνια, διεξάγεται μία δημόσια συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Το γεγονός ότι γειτνιάζουμε με χώρες, οι οποίες διαθέτουν χαμηλότερης αξίας νόμισμα (σ.σ. Τουρκία, Βόρεια Αφρική), έχει εγείρει σοβαρές επιφυλάξεις για την περαιτέρω δυναμική του τουριστικού προϊόντος.
Ωστόσο, οι ανησυχίες αυτές δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία του ΣΕΤΕ, με την κ. Γλαβά να είναι κάτι παραπάνω από καθησυχαστική.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι άμεσοι ανταγωνιστές των ελληνικών προορισμών αποτελούν οι… άλλοι ελληνικοί προορισμοί. Εν ολίγοις, η Κρήτη – για παράδειγμα – δεν ανταγωνίζεται κάποιο θέρετρο της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Τουρκίας ή της Αιγύπτου, αλλά τη Μύκονο, την Κέρκυρα, τη Σαντορίνη κ.ο.κ.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση συμπεράσματα μελέτης του Ινστιτούτου Ερευνών του ΣΕΤΕ, το 39% όσων αναζητούν πληροφορίες για κάποιον ελληνικό προορισμό, εξετάζει ως εναλλακτικές επιλογές κάποιον δεύτερο ελληνικό προορισμό.
«Είναι ένα στοιχείο, το οποίο αναδεικνύει την ισχύ του ελληνικού τουριστικού brand name, ανεξάρτητα των νομισμάτων και της κατάστασης των γειτονικών μας χωρών», σχολιάζει εκπρόσωπος του υπουργείου Τουρισμού, μιλώντας στο Sputnik.
Στη δεύτερη θέση ακολουθεί η Ισπανία με ποσοστό 34%, ενώ ακολουθούν η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Γερμανία -χώρες δηλαδή, με υψηλό – και όχι χαμηλό – κατά κεφαλήν εισόδημα. Αντίθετα, μόλις το 4% όσων εξετάζουν το ενδεχόμενο να επισκεφτούν την Ελλάδα, έχουν ως εναλλακτική επιλογή την Τουρκία, δηλαδή έναν φθηνότερο τουριστικό προορισμό.
«Oλα αυτά αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει καταστεί ένας καθολικός τουριστικός προορισμός, συγκεντρώνοντας πολίτες όλων των οικονομικών επιπέδων» καταλήγει ο ίδιος, εκφράζοντας την αισιοδοξία του για τον μέλλον τού ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Γεράσιμος Χιόνης