Συμφωνία των Πρεσπών: Δρόμος χωρίς επιστροφή η μετά την κύρωση εποχή

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 29 Ιανουαρίου 2019

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΕΛΛΑΔΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το μέλλον που δημιουργείται στα Βαλκάνια και τη δυνατότητα κινήσεων που έχει η Ελλάδα μετά και την επικύρωση της Συμφωνία των Πρεσπών από τη Βουλή, επιχειρούν να σκιαγραφήσουν καθηγητές, μιλώντας στο Sputnik.
Παρέμβαση του ξένου παράγοντα με στόχο τον περιορισμό της Ρωσίας βλέπουν πίσω από τη Συμφωνία των Πρεσπών καθηγητές που μίλησαν στο Sputnik για όσα φέρνει στα Βαλκάνια η εφαρμογή της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και πΓΔΜ, μετά και την επικύρωσή της από την ελληνική Βουλή.
«Η Συμφωνία των Πρεσπών έχει θετικά και αρνητικά σημεία. Τα σημαντικότερα από τα αρνητικά είναι το ζήτημα της ιθαγένειας και της γλώσσας που συνδυαζόμενα με άλλα στοιχεία της Συμφωνίας κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει εμμέσως την ύπαρξη μακεδονικής εθνότητας. Κατά τη γνώμη μου, η Ελλάδα θα έπρεπε να επιμείνει ιδίως στο ζήτημα της ιθαγένειας – που μπορούσε να το κάνει αυτό – ώστε η ιθαγένεια να προσαρμοστεί στο όνομα του κράτους. Οπως για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Νότιας Αφρικής έχουν νοτιοαφρικανική ιθαγένεια και είναι Νοτιοαφρικανοί, έτσι θα έπρεπε και οι κάτοικοι της «Βόρειας Μακεδονίας» να έχουν «βορειομακεδονική» ιθαγένεια και να είναι «Βορειομακεδόνες»», επισημαίνει ο Αντώνης Κλάψης, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής και Διπλωματικής Ιστορίας, στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.
Μετά την κύρωση της Συμφωνίας, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής
Παρά τις επιφυλάξεις που διατυπώνει για τη Συμφωνία, ο κ. Κλάψης εκτιμά ότι μετά και την κύρωση της από την ελληνική Βουλή «δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής». Αντίθετα, «αυτό που πρέπει να γίνει από ελληνικής πλευράς, είναι να φροντίσει η κυβέρνηση να τηρηθεί η Συμφωνία όσο το δυνατόν πιο πιστά και από τις δύο πλευρές», τονίζει, εξηγώντας ότι «μη τήρηση της Συμφωνίας από ελληνικής πλευράς θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα».
«Αυτό που θα συμβεί εάν η Ελλάδα δεν τηρήσει τη Συμφωνία και αποσύρει την υπογραφή της, θα είναι η κυβέρνηση των Σκοπίων να επιστρέψει στην προηγούμενη ονομασία, στο «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ενώ στο μεταξύ θα έχει αποκομίσει όλα τα οφέλη από τη Συμφωνία των Πρεσπών: Θα έχει γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, θα έχει ανοίξει τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ», λέει ο κ. Κλάψης.
Για τις αλλαγές που η Συμφωνία φέρνει στα Βαλκάνια, ο επίκουρος καθηγητής στην Κύπρο επισημαίνει ότι στρατηγικός στόχος ήταν η ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.
«Ενας βασικός λόγος για τον οποίο υπήρξε η Συμφωνία ήταν η πίεση που ασκήθηκε στην ελληνική και την κυβέρνηση της πΓΔΜ προκειμένου να βρουν συμβιβασμό ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Εντάχθηκε αυτό στον γενικότερο σχεδιασμό της Δύσης να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια. Είναι στρατηγικός στόχος που εξυπηρετείται μέσα από την ένταξη της γειτονικής μας χώρας στο ΝΑΤΟ», δηλώνει και προσθέτει ότι σε ένα βαθμό η Συμφωνία προωθεί τον στόχο για σταθερότητα στην περιοχή. «Ελπίζουμε να τον προωθήσει περισσότερο μέσω της εφαρμογής της Συμφωνίας, γιατί είναι άλλο πράγμα η υπογραφή και είναι άλλο πράγμα πολλές φορές η εφαρμογή. Μένει να δούμε εάν η Συμφωνία όντως θα επιβεβαιώσει στην πράξη το καλό κλίμα των διμερών σχέσεων ή εάν θα δημιουργήσει προβλήματα που σήμερα δεν είναι ακόμη ορατά».
Ακολουθεί περίοδος αβεβαιότητας, αστάθειας και ανησυχίας
Με πιο μελανά χρώματα περιγράφει την κατάσταση που διαμορφώνεται στα Βαλκάνια μετά την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών ο Βαγγέλης Πισσίας, ομότιμος καθηγητής, δρ. Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, κάνοντας λόγο για «αβεβαιότητα και αστάθεια».
«Ακολουθεί μια μεγάλη περίοδος αβεβαιότητας, αστάθειας και ανησυχίας. Η κατάσταση δε σταθεροποιήθηκε, αλλά με τον τρόπο που επιβλήθηκε αυτή η Συμφωνία, η κατάσταση μάλλον ρευστοποιείται. Μπορεί να μην εκδηλωθούν άμεσα οι συνέπειες απ’ αυτό το λάθος – διότι η Συμφωνία αποτελεί ένα λάθος – αλλά η ανησυχία είναι ότι μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα είναι πιθανόν να γίνει εστία ανάπτυξης εντάσεων», εκτιμά από τη μεριά του ο κ. Πισσίας.
Ο ίδιος προσθέτει ότι η ελληνική πλευρά είχε και έχει τα επιχειρήματά της, όσον αφορά το Μακεδονικό, θεμελιωμένα κυρίως σε ιστορικά δεδομένα, και θα επιθυμούσε μια συμφωνία που θα σεβόταν αυτά τα δεδομένα. «Η άλλη πλευρά επιθυμούσε μια συμφωνία η οποία θα της έδινε τη δυνατότητα να πετύχει έστω βραχυπρόθεσμα μια ανάπτυξη της εσωτερικής της συνοχής, να αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα κι από κει και πέρα σαν μια χώρα νέα, νεοφυής θα αναζητούσε τον δρόμο της».
Ωστόσο, αυτό που συνέβη, όπως τονίζει ο κ. Πισσίας, ήταν να παρέμβει ο ξένος παράγοντας και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, με τη Γερμανία να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Φαίνεται ότι τη Γερμανία την ενδιαφέρει κυρίως οικονομικά», αν και «αυτά τα οφέλη τα κεφαλαιοποιεί και πολιτικά» και «τίποτα δεν αποκλείει να επιδιώξει στο μέλλον και μια άλλου είδους γεωπολιτική παρουσία», εκτιμά ο ομότιμος καθηγητής.
Οσον αφορά τις ΗΠΑ, ο κ. Πισσίας αναφέρει ότι με τη Συμφωνία «αυξάνουν τη δυνατότητα παρέμβασης στα Βαλκάνια και σταθεροποίηση της επιρροής τους».
Δημιουργείται καυτή ζώνη στην περιοχή
Ο ίδιος κάνει λόγο για μια «καυτή ζώνη» που δημιουργείται στην περιοχή. «Δεν είχε κανένα όφελος η Ελλάδα να μπει σε μια καυτή ζώνη που ΗΠΑ και ΝΑΤΟ επιδιώκουν για τους δικούς τους γεωστρατηγικούς λόγους», εξήγησε.
Ερωτηθείς για το τι σημαίνει «καυτή ζώνη», απαντά πως πρόκειται για μια περιοχή όπου «θα αναπτύσσονται σχηματισμοί και σχεδιασμοί των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που είναι κατ’ εξοχήν επιθετικοί», εν μέσω της ανταγωνιστικής σχέσης που έχουν αναπτύξει οι ΗΠΑ με τη Ρωσία, την οποία βλέπουν ως «ανταγωνιστή». Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια ζώνη που «θα μπορούσε να είναι και πολεμικών επιχειρήσεων» καθώς «θα δημιουργηθούν νέες βάσεις» και «θα εγκατασταθούν συστήματα κυρίως επιθετικά από την πλευρά ΝΑΤΟ και ΗΠΑ».
«Αυτό φέρνει την Ελλάδα πολύ κοντά σε μια περιοχή που εάν μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα αυξηθεί η ένταση στις σχέσεις ανάμεσα σε ΗΠΑ – Ρωσία, εδώ θα δημιουργηθεί ένα επίκεντρο με συνέπεια και η Ελλάδα να είναι εκτεθειμένη χωρίς κανένα λόγο, αλλά και τα Σκόπια που θεωρούν ότι η προσάρτηση στο ΝΑΤΟ είναι ωφέλιμη», τονίζει.
Γιατί ο Ζόραν Ζάεφ «ξεχνά» τον γεωγραφικό προσδιορισμό «Βόρεια» πριν το «Μακεδονία»;
«Και εγώ το ίδιο θα έκανα», απαντά ο κ. Πισσίας κληθείς να σχολιάσει τις πρόσφατες αναφορές Ζάεφ στο όνομα «Μακεδονία» παραλείποντας τον προσδιορισμό «Βόρεια». «Από τη στιγμή που ο κ. Ζάεφ πήρε από τη Συμφωνία την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» είναι απολύτως λογικό να προσπαθήσει με γρήγορες κινήσεις, τώρα που έπεσαν οι υπογραφές και πήρε την κύρωση από το ελληνικό κοινοβούλιο, να κάνει το βήμα παραπέρα και το «Βόρεια Μακεδονία» να γίνει «Μακεδονία»», προσθέτει και εκτιμά ότι «αυτό δεν είναι εύκολο να το πάρεις πίσω από τον κ. Ζάεφ».
Από τη μεριά του, ο κ. Κλάψης επισημαίνει ότι δεν είναι πρωτοφανές από πλευρά Σκοπίων: «Νομίζω ότι σε καμία στιγμή, ο κ. Ζάεφ και επισήμως η κυβέρνηση δε χρησιμοποίησε εκτεταμένα τον όρο Βόρεια Μακεδονία», εξηγεί ο καθηγητής, γεγονός που χαρακτηρίζει «πρόβλημα» και «κακή αρχή».
«Από τη στιγμή που οι ίδιοι έχουν κάνει την αναθεώρηση του Συντάγματός τους και η Ελλάδα ανταποκρίθηκε εκπληρώνοντας τη Συμφωνία, θα ανέμενε κάποιος ότι τουλάχιστον η κυβέρνηση (σ.σ. των Σκοπίων) θα χρησιμοποιούσε επισήμως τον όρο «Βόρεια Μακεδονία». Δεν είναι ενθαρρυντικό αυτό, μένει να δούμε βέβαια τι θα συμβεί τις επόμενες μέρες και εβδομάδες, δηλαδή πόσο γρήγορα θα προσαρμοστεί η άλλη πλευρά στην πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί από τη Συμφωνία των Πρεσπών».
Τι μπορεί να κάνει πλέον η Ελλάδα;
Στο ερώτημα για τα περιθώρια που έχει η Ελλάδα να αντιδράσει, ο κ. Κλάψης απαντά: «Νομίζω πως δεν έχει πολλά περιθώρια πια να κάνει πολλά πράγματα. Εκείνο που πρέπει να απαιτήσει από την κυβέρνηση των Σκοπίων είναι να εφαρμόσει πλήρως και η άλλη πλευρά τη Συμφωνία κι όχι μόνο η ελληνική».
Μια διαφορετική στρατηγική στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας προτείνει ο Βαγγέλης Πισσίας, καλώντας σε «δημιουργική ουδετερότητα» εν αντιθέσει με τα Σκόπια.
«Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να διαμορφώνει τις διεθνείς της σχέσεις και να αντιλαμβάνεται το γεωπολιτικό χώρο με όρους δημιουργικής ουδετερότητας. Δεν έχει κανένα λόγο η Ελλάδα να προσαρτάται στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Υπάρχουν κάποιες παραδοσιακές σχέσεις και εξαρτήσεις που όμως ακόμη κι εάν υποθέσουμε ότι διατηρούνται, δεν έχει κανένα λόγο η Ελλάδα να περάσει στην πρώτη γραμμή των αντιπαραθέσεων στις οποίες το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ θέλουν να σπρώξουν τα πράγματα. Αντίθετα, η Ελλάδα θα έπρεπε παρά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, να κερδίζει βαθμούς εθνικής ανεξαρτησίας και βαθμούς ουδετερότητας που θα τις επιτρέπουν να κινηθεί πιο αποδοτικά στους άλλους χώρους: Να προσπαθεί να βελτιώσει τις σχέσεις της με χώρες όπως η Ρωσία και άλλες χώρες βορειά και βορειοανατολικά της Ελλάδας. Να φροντίζει για τις σχέσεις της με την Τουρκία. Να επιζητεί τη μέγιστη δυνατή σταθερότητα και τις καλύτερες σχέσεις στα Βαλκάνια. Να ενεργεί προς την κατεύθυνση της διατήρησης σταθερότητας στη Μέση Ανατολή», υπογραμμίζει ο κ. Πισσίας.
Εξηγώντας ότι η γεωπολιτική διδάσκει πως «σημασία έχουν οι γεωπολιτικές σταθερές κι όχι οι γεωπολιτικές μεταβλητές», ο ομότιμος καθηγητής τονίζει πως η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει το «ιστορικό βάθος» που διαθέτει και να αποφύγει βραχυπρόθεσμες κινήσεις, τακτικισμούς, καθώς και το δόγμα του «πάω με τον εχθρό του εχθρού μου», αναφέροντας ως παράδειγμα το γεγονός ότι παρά την κρίση στις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ, η Ελλάδα δε χρειάζεται να ακολουθήσει τις ΗΠΑ.
Καταλήγοντας, ο κ. Πισσίας εξηγεί ότι αντίθετα με όσα συνέβησαν με τη Συμφωνία των Πρεσπών, έπρεπε «να αφεθεί χρόνος ώστε η μια χώρα να κατανοήσει την άλλη» και να «μη στριμωχτούμε σε διλήμματα». «Θα ήταν σκόπιμο στην Ελλάδα να προχωρήσουμε σε ένα δημοψήφισμα, να δώσουμε χρόνο στους Ελληνες να δουν καλύτερα την κατάσταση και οι δύο χώρες να κάτσουν να συζητήσουν και να καταλήξουν σε μια από κοινού αποδεκτή λύση», προσθέτει.
«Η βεβιασμένη προσφορά από ελληνικής κυβέρνησης που δείχνουν ότι η κυβέρνηση ενέδωσε σε πιεστική εντολή, δε θα κάνει καλό ούτε στην Ελλάδα ούτε στα Σκόπια. Αυτή η εχθρότητα θα χρησιμοποιηθεί από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ και κάποια στιγμή πιθανόν να φέρει τους δύο λαούς έως και αντιμέτωπους, πράγμα που δεν είναι προς το συμφέρον κανενός».
Πηγή Sputniknews