Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ σκληραίνει τη στάση του απέναντι στη Βενεζουέλα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: 24 Ιανουαρίου 2019

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΔΙΕΘΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: , ,

Αρθρο του Ζιλ Παρί, ανταποκριτή της Le Monde στην Ουάσινγκτον

Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε το μεγάλο βήμα. Αναγνωρίζοντας τον Χουαν Γκουαϊντό ως μεταβατικό πρόεδρο της Βενεζουέλας, ο Αμερικανός πρόεδρος αύξησε δραματικά την πίεση στο καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο. Ο τελευταίος αντέδρασε διακόπτοντας τις διπλωματικές του σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δίνοντας προθεσμία 72 ωρών στους αμερικανούς διπλωμάτες για να αποχωρήσουν από τη χώρα.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με τη σειρά του, ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν αναγνωρίζουν το καθεστώς του Μαδούρο και κατά συνέπεια δεν θεωρούν ότι ο τελευταίος διαθέτει τη νομική εξουσία για να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ ή να κηρύξει τους διπλωμάτες μας persona non grata».
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί την κορύφωση δύο δεκαετιών έντασης ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει δείξει κανένα ενδιαφέρον για τη Λατινική Αμερική, όπου έχει μεταβεί μόνο μια φορά ως πρόεδρος, στη σύνοδο G20 που οργανώθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στην Αργεντινή. Εχει θέσει από την αρχή όμως ως προτεραιότητά του τη Βενεζουέλα, υιοθετώντας μια σκληρή γραμμή στην οποία έχει παραμείνει συνεπής.
Ο Τραμπ έχει κατηγορηθεί για αδυναμία ή αδιαφορία απέναντι σε καταπιεστικά καθεστώτα, Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, όμως, επικαλείται πάντα αξίες που κατά τα άλλα σπανίως αναφέρει. Εξηγώντας την απόφασή του να αναγνωρίσει τον Γκουαϊντό, για παράδειγμα, είπε ότι ο λαός της Βενεζουέλας έχει ανάγκη από ελευθερία και κράτος δικαίου και ότι οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες να ασκήσουν πίεση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Λιγότερο από ένα μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Τραμπ, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις εναντίον του αντιπροέδρου, Ταρέκ Ελ Αϊσάμι, ο οποίος κατηγορήθηκε για διαφθορά και εμπόριο ναρκωτικών. Οι κυρώσεις εκείνες προστέθηκαν σε ανάλογα μέτρα που είχε αποφασίσει η κυβέρνηση Ομπάμα. Λίγους μήνες αργότερα, στις 11 Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος προκάλεσε αίσθηση αναφερόμενος στην πιθανότητα μιας ένοπλης επέμβασης. Το επιτελείο του όμως έσπευσε να διαψεύσει ένα τέτοιο σενάριο.
Τρεις ημέρες νωρίτερα, η Ουάσινγκτον είχε αναλάβει μια πρωτοβουλία: την ίδρυση της ομάδας της Λίμα, σε αντίδραση για την αδράνεια της Οργάνωσης Αμερικανικών κρατών για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Η ομάδα αυτή ζήτησε την επιστροφή της δημοκρατίας στη Βενεζουέλα μέσω ειρηνικών διαπραγματεύσεων.
Στην πρώτη του ομιλία στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, τον Σεπτέμβριο του 2017, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε διατεθειμένος να λάβει συμπληρωματικά μέτρα αν το καθεστώς της Βενεζουέλας συνεχίσει αυτόν τον δρόμο. Εναν χρόνο αργότερα μίλησε και πάλι για τη διαφθορά και τον πόνο που έχει προκαλέσει στη χώρα ο σοσιαλισμός, όπως είπε. Ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας, Τζον Μπόλτον, από την πλευρά του, χαρακτήρισε τη Βενεζουέλα, την Κούβα και τη Νικαράγουα «τρόικα της τυραννίας».
Η πραγματοποίηση εκλογών τις οποίες μποϊκοτάρισε η αντιπολίτευση, το 2017, καταδικάστηκε από την Ουάσινγκτον, και στη συνέχεια από την Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών. Την περασμένη Τρίτη, παραμονή της μεγάλης διαδήλωσης της αντιπολίτευσης, ο αντιπρόεδρος Πενς δήλωσε, πρώτα στα ισπανικά κι ύστερα στα αγγλικά: «Είμαστε μαζί σας».
Η απόφαση των ΗΠΑ να αναγνωριστεί ο Γκουαϊντό ως μεταβατικός πρόεδρος βρήκε μιμητές σε έντεκα χώρες της ομάδας της Λίμα. Ενώ η Βραζιλία απέκλεισε κάθε επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, ένας Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι σε περίπτωση που η κατάσταση εκτραχυνθεί.
Σε ομιλία του τον Σεπτέμβριο του 2018 στο Wilson Center, ο Φερνάντο Κουτζ, πρώην μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας με ευθύνη για τη Βενεζουέλα, απέδωσε σε δύο παράγοντες τη σκλήρυνση της αμερικανικής στάσης απέναντι στη Βενεζουέλα: την επιδείνωση της εσωτερικής κρίσης στη χώρα, που προκάλεσε ένα πρωτοφανές κύμα μετανάστευσης το 2018, και τις πολιτικές αλλαγές στην περιοχή. Οπως παρατήρησε πάντως, η Ουάσινγκτον αρνείται μέχρι τώρα να καταφύγει σε ένα όπλο που θα απέβαινε ενδεχομένως μοιραίο για το καθεστώς του Μαδούρο: το πετρελαϊκό εμπάργκο.
Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ, Le Monde

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *